Οι καλές ιστορίες δεν έχουν σκοπιμότητα. Τα Νέα. Μάϊος 2019.

«Οι καλές ιστορίες δεν έχουν σκοπιμότητα»

«Οι καλές ιστορίες δεν έχουν σκοπιμότητα»
Η Γεωργιάννα Νταλάρα μιλάει για τη συμμετοχή της στην παράσταση «Εντα Γκάμπλερ»
Μαρίνου Διονυσία

1 Πώς αντιμετωπίζετε το ρόλο σας στην παράσταση;

Ανένταχτη σε όρους τρισδιαστατικούς, απ’ τα μυθικά πλάσματα – θαύματα, θραύσματα των οποίων εν δυνάμει κατοικούν στον καθένα μας. Ρέει σ΄έναν τόρο με κέντρο την καρδιά της, λειτουργεί ολωτικά. Αυθυπερβατικά δοτική, με έσω-γνώση. Δεν συλλαμβάνεται άκοπα το τί έχει κάνει πριν τα τριάντα της, ακόμα και με τις πιο μικρές συμβολικές κινήσεις, για να εκδυθεί σταδιακά τα κοινωνικά, ταξικά, ψυχολογικά και πολιτικώς ορθά πέπλα, αποκαλύπτοντας ιαματικά τον φθόνο, τον φόβο και το ψέμα απ΄τα οποία επισκιάζονται και δυσκολεύονται ακόμα να διώξουν οι γύρω. Δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί λοιπόν, παρα μόνο από τον Άιλερτ, το αρσενικό καθρέφτισμα της πυριγενούς ενσάρκωσής της στην Ευρώπη του Ίψεν. Μάνα χωρίς μάνα, πιστά άνομη σε χυδαία κοινωνία που την απειλεί για δήθεν παραβατικότητα, ολιγόλολη κι ακόμα κι εκεί μ’ εμφυτευμένη φωνή, αντιπροσωπευτική του μολυσματικού οιδηματικού φόβου, των δήθεν έξυπνων ανησυχιών και των μηχανιστικών τους λύσεων, της μαζικής συνείδησης, «Τεσμανοποιημένη,» που βγαίνει από ηχείο δεμένο στα σωθικά της. Σαν να βγήκε, σαν τον Διόνυσο αδελφό της, απ’τον μηρό του στρατηγού Γκάμπλερ με τις ευλογίες του στρατηγού – που τους έζησε απο κοντά στο ίδιο σπίτι, στο ίδιο σαλόνι – και προίκα δυο πιστόλια, ένα για τον Άιλερτ κι ένα για τον εαυτό της, να τα κάνουν κυριολεκτικά ό,τι τους φωτίσει ο Θεός. Αφού το μερίδιο του καθενός στην αβυσσαλέα ελευθερία της βούλησης είναι ανάλογο του πνευματικού του σθένους να βούλεται. Κι είναι οι αποφάσεις στο κάθε φαινομενικά ασήμαντο σταυροδρόμι που προσδιορίζουν κατά πόσο πλησιάζει τον αρχικό του σκοπό, την ιερή αποστολή του. Σα μαμές του κορμιού τους ξεθάβονται τέτοια πλάσματα κι είναι ομορφιά να συγχρονιζόμαστε με τις αυθυπερβάσεις τους γιατί δεν χρειάζεται να τιμούνται πια μόνο ως εξιλαστήρια θύματα και ρομαντικοί μα προβληματικοί προφήτες.

2 Πώς προετοιμαστήκατε για το ρόλο σας;

Σε τέτοιες συνθήκες ζεί κανείς ιστορίες και τις γράφει. Είναι καλό να αρθρώνονται και ν’ακούγονται καλές ιστορίες όσο κι αν βολεύει να πνίγονται, μέχρι κι οι λέξεις ν’ αποδεσμευτούν και ν’απαλλαγούν κι αυτές από βαριούς και βρώμικους συνειρμούς. Οχι απλώς να μην υπονοούν, αλλά αφού αυταποδειχτούν, να σημαίνουν κάτι φωτεινότερο, να υπερτονίζουν. Με το που γεννιέται μια λέξη ταξιδεύει στον χρόνο, είτε εξελίσσεται, ή βαραίνει και βουρκώνει. Στόχος είναι η κάθαρση του λώρου προς την Αρχική της Σημασία, προς τον Πυρήνα της Αλήθειας της. Οι καλές ιστορίες δεν έχουν σκοπιμότητα ούτε απαντούν. Ενδοτροφοδοτούνται. Εμπνέονται για να εμπνεύσουν. Γι’ αυτό και δεν χάνονται. Μπορεί ποτέ στ’αλήθεια να χαθεί η Μαχαμπαράτα, η Ποιητική Έντα, η Πεζή Έντα, τα χειρόγραφα του Άιλερτ; Η ιστορία που δεν διεκδικεί πράγματα στ΄όνομά της κυοφορείται μέχρι ν΄ακουστεί δυνατά. Με σάλιο και φωνή. Αντιμετωπίζουμε παρόμοιες καταστάσεις συνέχεια, δέκα χρόνια πριν, δέκα μήνες πριν, δέκα δευτερόλεπτα πριν, αρχικά είναι μόνο οι αχνές χροιές που καλωσορίζουν και προετοιμάζουν την συνείδησή μας. Υποσυνείδητα γνωρίζουμε, συνειδητά αντιστεκόμαστε μέχρι που αντιλαμβανόμαστε την αλληλουχία των κρυπτογραφημένων καλοδεχούμενων νοημάτων της ζωής μας, κι άχρονοι πια, τρώμε ό,τι γράψαμε, ανακυκλωνόμαστε, γινόμαστε η μοίρα μας, τη στιγμή αυτή που η πνευματική πραγματικότητα ενεργοποιεί την φυσική, που γεννιέται ο θεός Λόγος. Σάμπως δεν το’πε κι ο Αινστάιν πως υπάρχουν δύο μόνο τρόποι να ζήσεις τη ζωή σου, σαν τίποτα να μην είναι θαύμα και σαν όλα να είναι ένα θαύμα;

3 Πώς θα περιγράφατε τον χαρακτήρα που θα ερμηνεύσετε στους θεατές μια κι ακόμα δεν έχει εκκινήσει η παράσταση;

Με ζώσανε φυτεύματα κι ανάποδους μαγνήτες,

Δετή, διττή και δύστοκη,

Κλεμμένη και κλαμένη,

Που πένθη πέντε μάσαγα πριν βγω στην έκτη γέννα,

Και που αν παρ’ ανδρειώθηκα ποτέ δεν ήταν τζάμπα,

Εκούσια πεπρωμένε μου,

Άλκιμ’ αδιάβλητέ μου,

Λυσιτελή, τελέσφορε κι ομοιοκατάληκτέ μου,

Θέρσε μου θρέφτη, τροφέ καθρέφτη μου

Και εύχυμ’ άγγελέ μου,

Αν κλάμα σου ΄ρθει πάλι εκεί, εγώ θα σε στεγνώνω,

Ενόσω θα σου τραγουδώ το θάρρος της φωνής σου.

Πανάκειε, πανάγιε κι υπερπερατωμένε,

Συγκύτιο κεχρισμένο μου, πρόκριτε κι εκλέκτέ μου,

Όλους τους τους χωρέσαμε.

Επίσημα – Μυστικέ μου.

4. Σε κάποια φάση του έργου ακούγεται η ατάκα “Η ζωή δεν είναι τραγική, είναι γελοία και αυτό δεν αντέχεται”. Εσείς συμφωνείτε μ’ αυτό;

Στο πέρας κάθε συναισθήματος αρχίζει η έρημος που αν διασχισθεί κυλάει στ΄αντίθετο συναίσημα κι η ζωή ανακατέχεται στο Αρχικό της Σπίτι.

INFO

«Εντα Γκάμπλερ» έως τις 29 Μαΐου κάθε Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη στο Bios main (Πειραιώς 84, Κεραμεικός, τηλ. 210-3425.335, είσοδος 8-14 ευρώ)