Μάτι’ Έξι Τηλαυγή σε εκκλησιά αντιφωνητή αγίων ευλαλίων.

Αφού όλο Βλέπαμε και Ξύπνιοι Παραβλέπαμε
Τυφλοί κι Άλαλοι Ακούγαμε
Πως, Πότε, Που θα Πούμε
Αυτά που Εμείς Δεν Λέγαμε Παρόλ’ όλο Τα Λέγαμε.
(Πανύμνητ’ Αλαλα-Ζωντες, Φριμάζοντες, και Γοερά. Και Τηλαυγώς.).
Κι έτσ’ είδαμε πως Βλέπουμε, Μάτι Κρυστάλλινο, Λευκό,
Κι ως έξι μας, πως Νοηματοδοτήσαμε.
Κι είν’ δω, να, που Θαρρούμε, Αζτέκοι πια Να Δούμε Αυτά που Μεις Μας Γράψαμε σε Μας για ν’ Αγαπούμε:
Σ’ ίδιο Λαιμό Πι’ Ακούμε Κείνα που Τυφλοί Βλέπαμε Κι ας – πια – Ξετυφλωθήκαμε.
Κι Αποκαθηλωμένοι πια, Μες στο Αέναο Κύμα,
Ολοένα ν’ Ανασταίνουμε Ωλένες που Ξεστήσαμε Πριν καν Καλά τις Στήσουμε και Λεφτεριά Ξεφτύσουμε.
Και Πια ‘Ολ’ Ανασαίνουμε Π’ όλ’ Φτην Ξαναγαπούσαμε.
(“Να κι η Οιμωγή η Σχισματική. Ω μην της ξανακλέψετε το Δικαίωμα στην Αδιαφορία. Βαρεθείτε πια Λουόμενοι να πλεονάζεστε στην Οκνηρία. Μέσ’ αμ’ π’ της Βρίσκετ’ η Ποιητική. Καλύτερ’ έτσι. Δεν είμαι κι αλλουνού θεός δα.”)
Δα(ρ)με-να εδώ γάμ’ ίσαμε φτάσαμε ν’ αγαπήσουμε π’ ήδ’ παντρεμένοι νιώσαμε σε εκκλησιά αντιφωνητή κι αγίους ευλαλίους.
Και τον ζυγό του λύσαμε. Δια βόλων κλαιν μα εν-τάξει τους διαλύσαμε.
Χαρά μου;
Ωσαννά – γίνανε όλα τους χυλός κι εμείς ως φθόγγοι μουσικοί, ζούμ’ ή – δη ό,τι θα ζήσουμε.