Έρημ’ αρ’ μ’ ένα.

1. Σκότωσα κι ας μην ήθελ’ απ’ αγάπη μια μιλιά μου.
Θεόρατη Θεόφραστη αυθάδεια σιγαλιά μου.
Σε φτύνω μα δεν ξέφτυσα. Κατάπιε την υγειά μου.
Μίλα για μέν’ ανάστασ’ αφύπνισα τα παιδιά μου.
Σώθηκα, γεννηθήκαμε μέσα στα σωθικά μου.
Αλήθεια μ’ απροκάλυπτη γέννησα τη λαλιά μου.

2. Στα εμπεδωμέν΄ απωλεσμέν’ αυταναφλεγόμενης πηγής μας.
Στους υψηλότερους σκυφτούς σκοπούς, βράχους που γέννησαν βουνά Βραχμάνων ιερούς.
Στα υψηλότερα διατονικά ιδανικά.
Στην αδέλφια, στην αβλάβεια.
Και στους ημίθεους θνητούς με τους αιώνια ζωντανούς.
Και στους αγνώστους άγιους που δεν πρόσεξ’ ο κοινός – ο μέσος – και ο μέτριος νους.

Αυτός που τράφηκε απ’ τη φήμη που ‘ρθ’ έν τέλει να του φάει τα στομάχια ψάχνοντας του τι σημαίνει τελικ’ αυτο(α)νοσώ.
Στ’ απίθαν’ απύθμενα τα πιθανά μας.
Στα δύο ασύλητα παιδιά μας.
Στα μάτια πλημμυρίδες μας. Εμπιστευγνωμονούντες που γεννηθήκανε στο βούρκο, πέθαναν Δεκέμβρη τέλη δώδεκα κι αναστηθήκανε μαρμαίροντες έξι χρόνια μετά.
Ιόχροες. Κι όλο πιο λίγο βουρκωμένοι.
Αυτοδημιούργητ’ αυτοδημιουργούντες. Κι εδώ δελφύς στους δυ’ ως τα πάντ’ άρα κανένα.
Και σε κοινό ιερό σκοπό: Κανόνα Ένα.
Με πούλησα και δε μ’ αγόρασε κανείς. Που να ‘βρισκε να δώσει;
Χάρη σε μας. Χάρη σε σένα.
Σ’ “το σώμ’ απομνημόνευε,” στο σώμα τελευταίο.

Στο σώμα, πιόμα, ποι’ όνομ’ ενός πατέρα, “Μα πως;” μην πέσεις να ρωτάς, “Πως μας πετάς;”
Πιο παραπέρ’ από μακριά, μακρύτερ’ άρα μέρα ποιος γέρος γερός ιερός σοφός στο φως αντί πατέρα τέρας εφάνη ίδιος αυτός στο φως μιας ίσης μέρας;
3. Σε αφιέρωση γνωστή,
σε ακροπόλεως νύχτες έξι
Μα και στο φίλο που’ π’ ότι έχει πλάκα να το παίζομεν (Ναι, αλλ’ εν ού παικτοίς;) χαζοί.
Και Ταϋλλεράνδ’ ίδιοι μεις, προπάντων όχι ζήλο.
Και στα χρωστούμεν’ από προηγούμενες ζωές σεσημασμένα.
Ακασικά συμβόλαια σπασμένα.
Και στις ζωές χιλιάδες εκατόν σαράντα τέσσερις.
Παιδιών που ‘ν να γεράσουνε μαζί προορισμένα.

Μονάχο μ’ ηλιογέννητο γεννάται ποίημα που γέννησ’ ίδια λέξ’ απ’ άλλη γέννα δίχως λεχώνας βαθυπόρφυρη περίσσεια βλέννα.
Ανοίγω την κορώνα σου, άνοιξ’ κι εσύ τα δαχτυλίδια μας και ένωσ’ τα και καν’ τα μας καδένα.
Και στη σοφία π’ όποτε μας συναντά ξανά λυγίζουμ’ ως γατιά βρεγμένα.
Μέσα σε Γης Μαδιάμ βαθιά σπαρμένα, τα εμπεδωμένα μας απωλεσμένα.
Τις Κυριακές έχω ήδη απ’ άνοιξη γεννήσ’ αναστηθείσα γέννα.
Χάρη σε μας που αναγνώρισα όλα χαίρουν σε σένα.
Και επιτέλους σε ρωτώ: Αν σ’ όλα τα χρόνια μέσα μας σ’ αρκεί η ίδι’ αιώνι’ επιστροφή, το χρόνο πες, πως τον μετράς.
Κι απάντα μου να σε ακούς το χρόνο από πάντα τον μετράς από σε μένα.
Τη σάρκα και το πνεύμα σου ένωσ’ τ’ να μ’ γυροφέρνουνε μονάχα πια ως ένα.
Μονάχ’ ανάσωσένα, σώματα δίδυμων φλογών μέσα στη δίνη δυο ανώτερων καρδιών κι αυτά όπως οι ίδιες οι ψυχές με μαργαριταρένιο πέπλο τα προσέχουν μονωμένα,
Δυάδα πια μεμονωμένα,
Από και μες σ’ αγάπη μας βαθιά ζωσμένα, πνευμονωμέν’ ανάπνεε για μας σωσμενωμένα.
Ρολόγια εδ’ όλ’ πια δείχνουνε φορές εώς και τέσσερις ίδι’ αριθμό, πρώτ’ όλων μας (κι εικόνες πάνω τέσσερις):
Γι’ αχ’ β’ έναν τετραγράμματο.
Τον’ έναν· ε.
Τονένανε.
Το ένα.

 

 

 

Γεωργιάννα Νταλάρα