Βυσσινόκηπος. ELLE. Οκτώβριος 2018.

Γεωργιάννα Νταλάρα


Ο Βυσσινόκηπος είναι ένα ιστορικό μιας αλλαγής. Οι ήρωες υποδέχονται κάτι νέο την ίδια στιγμή που αποχαιρετούν κάτι άλλο. Πως νιώθετε εσείς απέναντι στο φόβο της αλλαγής; Και πως απέναντι στην θλίψη της απώλειας;

Το έργο ειναι λαμπερό, στραφταλίζον, προφητικό αποκύημα της αναταραχής των αρχών του εικοστού αιώνα στη Ρωσία, οιωνός της Ματωμένης Κυριακής και του Οκτώβρη του 1905, γεγονότων συγκλονιστικών και παροξυστικών για το ως τότε status quo της τσαρικής πραγματικότητας. Ήδη απο το 1861 είχε καταργηθεί η δουλοπαροικία, γεγονός στο οποίο αναφέρεται και μέσα στο έργο ο Φιρς.

Η αποκαθήλωση, η απελευθέρωση από ένα παρελθόν, προσωπικό ή συλλογικό, σε σήψη, είναι (παρόλο δύσβατος κι απαιτητικός) μονόδρομος, ενώ το πεισματικό γράπωμα απ’αυτό, μαρτυρά πνευματική και ψυχική παραπληγία, αν όχι νέκρωση. Ο φόβος ειναι μολυσματικός, διατρεβλωτικός, διαιωνίζει τα συμπλέγματα του παρελθόντος και καλό είναι να προλαβαίνεται πριν γίνει φοβία. Η απαλλαγή, το άδειασμα, το άνοιγμα για δημιουργία χώρου, τόπου ευρέως, άσπαρτου μα καρπερού μέσα και γύρω μου, για πληροφορίες, για παραπάνω ζωή, είναι λυτρωτικά, καθαρτικά. Η αλλαγή ειναι σύμφυτη με την ύπαρξη και πάντα φωτεινή, γεγονός που δικαίωνει την αρχική αντιξόοτητα της διαρκούς προσαρμοστικότητας. Ό,τι ειναι σημαντικό εξάλλου μένει από μόνο του. Για να εμπεδωθεί μέσα μας κατι γερά, οργανικά, να κάτσει το αποσταγμά του, να καταλαγιάσει η αυταπόδεικτη ανάγκη γι’ αυτό, πρέπει να δοκιμαστεί, να ‘ρθει και να παρέλθει, να υπάρξει από απόσταση, να εδραιωθεί πρώτα άϋλα και πνευματικά, κι ύστερα, κι ως φυσικό αποτέλεσμα, μορφικά στις τρεις διαστάσεις, φυσικά. M’ ευελιξία, αντοχή κι ανοχή, ανθεκτικότητα κι ανεκτικότητα. O ψυχικός πλούτος δε στερεύει ποτέ. Το ποιοι αντέχουν, σε ποιο βαθμό, ρυθμό, στα πόσα ντεσιμπέλ, κι αν θα καταφέρουν σημαντική αλλαγή στη διάρκεια της βραχύχρονης σωματικής ζωής τους, είναι μια άλλη κουβεντα. Η συνειδητή διερεύνηση κι η διεύρυνση των συνηθισμένων για τον καθένα νοητικών και μη ορίων, απαιτεί θάρρος κι εγρήγορση, ικανότητα και δύναμη, υπερβατικότητα, αυθυπέρβαση. Όπως κι η αποδοχή της διαρκούς διαμόρφωσης κι αλλαγής, δίχως θέσφατα, της άεναης γλυκιάς εκρεμμότητας, σε συγχρονισμό και συνάρτηση με τη γύρω πραγματικότητα. Σε συντονισμό πρακτικό, κοινωνικό, ταξικό, οικονομικό. Δεν υπάρχουμε χωρίς τους άλλους.

Η απώλεια τώρα, σύμφωνα με τα παραπάνω, ειναι συμπερασματικά προνόμιο αυτών που θεωρούν οτι έχουν κάτι κατακτημένο, ή εστω “δικό τους.” Όσο περισσότερο παραμυθιάζεται κανείς ότι κάτι το κατέκτησε, τόσο περισσότερο φοβάται και θλίβεται για την απώλειά του. Θέλει μια ενδογενή μοναχικότητα η ελευθερία, μια πίστη στη μονάδα, απαραίτητη για την ουσιαστική ανοιχτωσιά στην κοινωνική συνολικότητα. Θέλει θάρρος ως μονάδα να είμαι σε διαρκή επικοινωνία με όλα όσα συμβαινουν γύρω μου. Επίσης, όταν θυσιάζω πράγματα καθαρά εγωικά, μαθαίνω να επιθυμώ εντονότερα, βαθύτερα. Όταν πια ξέρω και νιώθω ότι κάτι έχει πια εμπεδωθεί ακόμα κι απωλεσμένο, τότε αποβαλλεται η (ασυνείδητη για τους περισσότερους, συνειδητή για κάποιους) εγωιστική σκεψη οτι “δε θα ρισκάρω να το έχω γιατι αν το αποκτησω μετα μπορει να μην το θελω πια” (είτε πρόκειται για συγκεκριμένο υλικό αγαθό, άνθρωπο που ενώ έχει φύγει από τη δική μου φυσική καθημερινή πραγματικοτητα γραπώνομαι – μέσ’ απ’ οποιουδήποτε είδους πένθος – απ’ αυτόν, ή και τρόπο ζωής, συνήθεια, τρόπο συνύπαρξης με άλλους, κλπ). Γιατί αποδείχτηκε πια οτι δεν το θέλω για να γεμίσω το ναρκισσιστικό μου έλειμμα, ούτε γιατί φοβάμαι. Ο Γκουρτζίεφ, που ζει στη Ρωσία την περίοδο της συγγραφής του έργου, λεει “αν θες κάτι δικό σου για πάντα, δώρησέ το.” Δεν το εσωτερικέυω ως αντικείμενο. Το εκτιμώ στη δική του ολότητα, ελεύθερο, φωτισμένο, ανοιχτά, δημιουργικά, διανθιστικά, θεμελιακά, απόλυτα. Ουσιαστικά πιστά.

Η κοινωνία μας προετοιμάζει ιδανικά για αυτές τις δυο συνθήκες; Της αλλαγής και της απώλειας. Μήπως το βάρος της απώλειας κάποιες φορές μας κάνει πιο αδύναμους να διαχειριστούμε μια νέα αρχή; Να την διεκδικήσουμε;

Ναι, μας κάνει πιο αδύναμους. Όταν λέω οτι κάτι το “έχω” πια, ιδανικά χρησιμοποιώ τη λέξη για πρώτη φορά, δεν τη χρησιμοποιώ περιγραφικά, ούτε από μνήμη, τη δημιουργώ τη λέξη εκείνη τη στιγμή. Την απαλάσσω απ’ τ’ όποιο βάρος του παρελθόντος. Γίνομαι η Λέξη. Γεννιέται ο Θεός Λόγος. Δεν εντάσσω τη δράση, το συναίσθημα, τη «νέα αρχή» μου και τη σχέση μου μ’ αυτό στο σύστημα της γλώσσας γιατί αν αρθρωθεί ενταγμένη, περιορισμένη εκεί, αυτομάτως θα πεθάνει. Θα σταματήσει να υπάρχει εν τη γενέσει της γιατί η αδυναμία των άλλων να την καταλάβουν στην προσπάθειά μας να τους την εξηγήσουμε, μας έκανε να τη στριμώξουμε σε μια λέξη ήδη γνωστή, βεβαρυμένη από υπόνοιες και συνειρμούς, ενώ δε χώραγε. Η νέα αρχή απαιτεί ελευθερία, δεν προέτοιμαζεται με άγχος, δεν είναι βαριά απ’ το παρελθόν, δεν διεκδικεί πράγματα «στ’ όνομά της.» Υπάρχουν είπαμε πραγματα που δεν μπορουν να χαθουν γιατί δεν ανήκουν κάπου. Κι άνθρωποι τέτοιοι, που ουτε οι υποτιθέμενοι κοντινοι τους δεν μπορουν να αποκωδικοποιήσουν. Τους βάζουν μια ταμπέλα ένταξης στο σύστημα, γλωσσικό ή/και άλλο, ξεχνόντας ότι ο,τιδηποτε συστημικο διαιωνιζει σισυφεια τον εγκλεισμο όλων μας στο συστημα. Αν δεν αφήσεις τον άλλον να βγει ν’ αναπνέυσει, πως θα τον ακολουθήσεις μετα να βγεις να αναπνευσεις κι εσύ; Ειπαμε, υπαρχουν αυτοι που δημιουργουν τα ρευματα κι αυτοι που τους ακολουθουν. Κι επανερχόμαστε λοιπόν στο “Τι μου ανηκει; Με ποιο δικαίωμα; Με πόσο κόπο; Τι μοιράζομαι;” Είπαμε, άλλος κλαιει γιατι θυμήθηκε ξαφνικα το σκυλάκι του, ή τον πατερα του που τον πήγαινε στην εκκλησία, κι άλλος γιατι θυμήθηκε ξαφνικά τον Αρθούρο Ρεμπώ. Το τι ανηκει στον καθενα και ποτε δικαιουται να το χανει ή να λεει οτι χασε, είναι σχετικό. Το πότε τον πιστεύουμε είναι επισης μια ενδιαφέρουσα κουβέντα. Άλλος το λέει και φλέγεται, και λάμπουνε, γυαλίζουνε τα μάτια του, ανοίγει το δέρμα του. Άλλος το λέει παπαγαλίζοντας κάτι που διάβασε τυχαία. Το ποσο πόνο χωράει ο καθένας είναι σχετικό. Υπάρχουν γυναίκες που χάσαν το παιδί τους, ενώ άλλες που κυοφόρησαν νεκρό παιδί. Η σχέση κι η εξοικείωση με το θάνατο είναι πολύ προσωπική, μάλλον σωματική, δεν είναι κοινωνική, δεν είναι μία για όλους. Υπάρχουν άνθρωποι στ’αλήθεια τσακισμένοι που παρόλα αυτά έχουν τη δύναμη και την ενέργεια πρωταθλητή, ή μικρού παιδιού. Το σώμα τους ειναι τόσο γερό, δεν τους αφήνει γιατι η δύναμη που κρύβουν μέσα τους είναι χρήσιμη και για τους άλλους. Η απόσταση απ΄τη βιωματική εμπειρία καθ’αυτή, είναι κομβικής σημασίας. Κι η εργατική τάξη είναι εξ’ ορισμού κοντύτερα στην πρωτογενή εμπειρία. Αλλά δεν φτάνει αυτό. Χρειάζεται κι η προαναφερθείσα αντοχή στην αλλαγή. Αυτή είναι που δημιουργεί το μέτρο της υποκειμενικής εμπειρίας. Δε μετρούν όλοι με τον ίδιο τρόπο γιατί δεν αντέχουν, δεν έχουν ζήσει αρκετά, ή αρκετά πυκνά. Υπάρχουν μέτρα λοιπόν πολλά που αλληλουπάρχουν κι ο ευγενής συναγωνισμός άρα είναι θεμιτός και φυσικός γι άυτους που τον αντέχουν. Αν ο βιος όμως κάποιου, το περιβόητο παρελθόν του, δεν τον δικαιολογεί, θα τον κρεμάσει, θα τον εκθέσει, θα τον αφησει να κολυμπησει μονο στην απεραντοσυνη, τον ωκεανο, την όμορφη αναρχια κι ανομια της υπαρξης.

Είμαστε αδύναμοι, αχαρτογράφητοι και χαμένοι απέναντι στην αλλαγή; Το ίδιο υποχρεωμένοι και δυσκοίλιοι απέναντι στο παρελθόν; Υπάρχει ο κίνδυνος να μένουμε στάσιμοι ανάμεσα σε αυτά τα δυο;

Ο χώρος κι ο χρόνος ανάμεσα στα δυο, είναι κομβικός. Η προετοιμασία για την απόφαση, για την αλλαγή, για την “επανάσταση,” θέλει ψυχραιμία και διαύγεια. Ο Σαρτρ στο “Ο Υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός,” αναφέρεται στο δίλημμα του νέου να μπει στον πόλεμο ή να μείνει να βοηθήσει την αβοήθητη μάνα του. Είναι αβυσσαλέα η προσωπική ελευθερία μέσα απ’την οποία θ’αποφασίσουμε και θα είμαστε απολύτως υπέυθυνοι εμείς και μόνο εμείς για την προσωπική μας επιλογή. Η κομβική στιγμή που αφήνουμε την πατερίτσα που μας προσφέρει η θελκτική όαση του μέλλοντος που φαντασιωνόμαστε, αλλά και την εύκολη πατερίτσα του παρελθόντος, την οποία κάποιοι σερνουν ως φετίχ, η στιγμή αυτή θέλει σκάψιμο και μελέτη. Ο Ζίζεκ λέει οτι είναι φρόνιμο κι όχι κυνικό να πει ο νέος στη μάνα του ότι πάει να πολεμήσει και στους συμπολεμιστές του οτι πάει να φροντίσει τη μάνα του, ώστε να δημιουργηθεί η συνθήκη στην οποία θα μπορέσει να πάει μόνος σε μια ερημιά να διαβάσει, να μελετήσει. Η προσωρινή στασιμότητα λοιπόν, όταν είναι συνειδητή, δεν είναι καθόλου κακή. Είναι σημαντικό να έχουμε την υπομονή να εξετάζουμε κάτι με ψυχραιμία και γνώση. Το να μπορείς να μην κάνεις προς το παρόν τίποτα, είναι απόκτημα. Υπάρχουν όλοι αυτοί που συνέχεια κάτι ψευτοκάνουν, που ασχολούνται υποτίθεται “με τα κοινά.” Ποια και ποιων κοινά; Μα ακριβώς επειδή δεν ξέρουν να μοιράζονται τίποτα κι ό,τι έχουν είναι όλο και μόνο δικό τους, αποκτημένο από ζήλεια κι ανταγωνισμό, κάνουν ψυχαναγκαστικές φιλανθρωπίες. Γιατί φοβούνται, γιατί δεν αντέχουνε τη δύναμη του Τίποτα, μα στο τέλος δεν κάνουν τίποτα! Όχι απλώς δεν αλλάζουν, μα διαιωνίζουν το σερνόμενο παρελθόν τους. Το “περίμενε,” το “θα δούμε,” δεν είναι συμβουλές υπεκφυγής, ούτε στρουθοκαμηλισμός. Είναι η αλήθεια, άμεσα και θαρρετά διατυπωμένη, για το απόλυτο άγνωστο που ‘ρχεται. Που λίγοι αντέχουν. Εδώ λοιπόν χρειάζεται αυστηρότητα. Εδώ δε χωραέι καν η παραδοτικότητα του τύπου «τι σημασία έχει η αιώνια καταδίκη για κάποιον που έχει βρει μέσα σε ένα δευτερόλεπτο το άπειρο της ηδονής.» Όποιος μπορέσει ν’ ανοίξει στο άγνωστο καθαρίζοντας και μετουσιώνοντας τη βρώμικη πεπατημένη, θα μπορέσει να λουστεί και τα δώρα του κι ίσως και να συνδημιουργήσει μαζί του.

Τι σας κάνει να νιώθετε αισιόδοξη;

Η ομορφιά, τα ποιηματα, κάποιες μουσικές, οι χοροί, καποιοι ιδιοφυεις ανθρωποι, οι καλοί δάσκαλοι, η συνδημιουργία μεσα απο εμπιστοσυνη και καρποφορα εξασκηση, επανάληψη, οι αγκαλιές, αυτά ειναι ανακουφιστικά, διεγερτικά, οιστρογόνα.

Πείτε μας λίγα λόγια για το ρόλο σας. Ποιο είναι το κύριο στοιχείο γύρω από το οποίο θα στήσετε το γαϊτανάκι της ερμηνείας σας;

Η Ντουνιάσα ειναι ένα κορίτσι με πατίνια. Ρολαρει επιταχυνόμενα σε λοφους και λοφίσκους μπροστα της, ξεκινώντας από παιδί, που την έφεραν στο σπίτι, και συνεχίζοντας σε μια Ρώσικη πραγματικότητα των αρχών του εικοστού αιώνα. Καλομαθημένη, παρόλη τη λαικη της καταγωγη, λόγω της ταξικής κινητικότητας της περιόδου εκείνης, έχει μια φόρα, όχι μόνο της νεότητας και της γοητευτικής της ελαφρότητας. Μοιράζει άφοβα, γενναίοδωρα, ρισκάροντας, αγάπη. Είναι φτιαγμένη ν’αγαπά. Μα κι αγαπιέται. Ευαίσθητη, εύθραυστη, τρεμουν τα χέρια της, ηδονιζεται, συγκινείται και συγκινεί. Συμπτωματικά η Ρωσια καιγεται. Κι η Ντουνιάσα καίγεται ενστικτωδώς, όχι πνευματικά ούτε κοπιαστικά. Κι αυτό την κάνει ακόμα πιο γοητευτική. Τρεμουν τα χερια της, θα λιποθυμισει, χορέυει, ερωτέυεται, παθίαζεται, θα σπάσει η καρδιά της, όλο έτσι λέει. Κι υπερβάλλει!

Το έργο ξεκινά με την φράση «Είμαστε στο παιδικό δωμάτιο». Τι συμβολίζει ακριβώς ένα τέτοιο δωματιο;

Το παιδικό δωμάτιο ειναι τοπίο ψυχικό. Περισσότερο χρονικό παρα χωροταξικό. Δεν ειναι η κούνια, το τρενάκι, το αλογάκι και το μουσικό κουτί. Κάποιες φυλές ζουν στη φύση και τα μωρά γεννιούνται εκεί. Έξω. Το παιδικό δωμάτιο είναι ο χρόνος κυρίως αυτός (γιατι οι εικόνες που τον συνοδευουν ως μνήμες ειναι δευτερευούσης έλευσης), που εντυπωνεται και βιώνεται διαφορετικά για τον καθένα. Εξ ‘ου και δεν εχουν ολοι την ιδια σχεση με το χρονο στην ενηλικη ζωη τους, με το ποτε, ας πουμε, κατι μπορει να θεωρηθει λήξαν. Το παιδικό δωμάτιο είναι λοιπόν η χωροχρονικη όαση που η γλυκεια μανουλα φροντιζει το παιδακι. Αν οι μνήμες κι οι εμπειριες των παιδικών χρόνων είναι θετικες, αποκτούν μια θεση στιβαρή κι αμετακλητη στον χρονο, πανάκεια. Αποτελουν σημειο αναφορας, αντλησης δυναμης για ολες τις ωραιες και δυνατες αλλαγες της ζωής, στις οποιες αναφερθηκαμε αρχικα. Αν πάλι ειναι τραυματικες, καλο ειναι να λυνονται και να μεταβολιζονται ομαλα μεχρι την αποβολη τους το συντομοτερο δυνατον, ωστέ να μπορεί κανείς να δημιουργήσει ένα δικό του αυτοσχέδιο θεραπευτικό κι όμορφο δωμάτιο. Όταν ως γονιός ή δάσκαλος πια, συνδημιουργείς μ’ένα παιδί όμορφα και φωτεινά τοπία, δωμάτια, κήπους, τάξεις, γυμναστήρια κι εργαστήρια, για να παίξει και να αθληθεί και να μάθει το παιδί, ο μινιμαλισμός καλό είναι να υπερτερεί των υλικών αντικειμένων, των έτοιμων εικόνων και πληροφοριών. Ετσι εξασκείται η φαντασία. Έτσι μαθαίνουμε να αφηγούμαστε και να επικοινωνούμε και να συνδημιουργούμε πιο βαθιά. Δεν μαθαίνω να διαβάζω και να γράφω για να “κατακτήσω” την ανάγνωση και τη γραφη ως εργαλεία. Ούτε για να γίνω έξυπνος. Μαθαίνω να διαβάζω και να γράφω για να επικοινωνω, να αναζητώ, να ψάχνω, να αφηγούμαι, να ακούω, να ανακαλύπτω, να βοηθάω, να συμμετέχω, να αλλάζω, να συναγωνίζομαι μ’ευγενή άμιλα, να δημιουργώ και να συνδημιουργώ. Για να μάθω να μαθαίνω. Σ’ένα τέτοιο πλαίσιο ασφαλές, μέσω προγράμματος βεβαίως και κανόνων, αλλά κι άφοβο, ζωντανό, που βράζει, δημιουργούνται οι μικροί που σε λίγο θα γίνουνε μεγάλοι, με σταθερές και ιδανικά. Με όνειρα κι οράματα.