Καμμέν’ ό,τι βδελύσσανε.

1. Όταν το Ποίημα Γίνεται Μαζί Κυριολεξία,
Κι ο Βόρειος Πόλος γλιστερά φιλάει την Αδελία,
Μαζί μας Χαίροντ’ οι Ουρανοί – Πλεονάζουσα Δόξ’ Αξία.
Βασίλευσ’ η Ανατολή Ξυπνώντας Βασιλεία.
Κι Ενώ Έχεις εύληπτη αφή, σαφώς στην ψαύση μέσα μου πολύ πι’ Α-γή-ει-μί, σαφέστερα Αγία,
Ενώ Αιώνι’ Ανασταίνετ’ Έρωτα Οξεία Πνοή.

Ενώ Αιώνια Ήταν Η ώρα Του η Καλή Μ’ Ασυδοσία.
Γι’ Αυτό Και Πάνουθέ Μου Χαίρομ’ Ενδόχειρα Μ’ Ένα Χέρι
Το Χέρι το Προφητικό, το Αιώνια Κεχρισμένο π’ ακόμα Χάρες δε Δέχεται ούτε και Χάρες Χαρίζει.
Τ’ αριστερό πήρε φωτιά κι απέκτησε μονάχο του το φως τυφλών ποιητών.
Που το δεξί σ’ εκκίνησε διάσταση πέμπτ’ ουτοπικά θαυμάσιων εποχών.
Για πες μου μάτι’ ολκάθαρα και Θεέ μου τι ξεκάθαρα γερόσοφα από οχτώ χρονών,
Πότ’ άλλοτε τα είδες;
Κι απ’ ουδεμία σύμπτωση εσύ μόνος Θυμήθηκες μ’ άλλων ζωές που παίξατε τα πλήθη για να δούνε.
Μας.

2. Τέταρτη ίσως και νιοστή πτώση απ’ επουράνια, η σύμπτωση η διπλή αυτή,
Ανήμερα αγίων που τη σύμπτωση που σου’ φεραν εχθές γεννώ κλαγγή,
Η ίδια πέφτουσ’ αντικαθιστώ ανώτερ΄ εαυτό μου.
Σκοπέ, Μας Ξαναβρήκανε.
Κι αδίκως λυσσομάναγαν αφού άλυτο τ’ αφήσανε – στα σύμβολα κολλήσανε και τα ξαναπουλήσανε – καμμέν’ ό,τι βδελύσσανε.

Γι’ αυτούς μετανοήσαμε.

 

 

 

Γεωργιάννα Νταλάρα