Απ’ αντιύλη πάρ’ και σπάσ’ του γαλαξία την κατάρα.

Πώς θα σου φαίνονταν ανάποδες ροές να βρίθουν;
Πως θα κλονίζονταν σπασμέν’ επιπλαβή;
Με τίνος αργυρή κλωστή ακτίδες δυο ερωτευμένοι δυο θα λύσουν;
Ψηλά στην πλάτη τίνος τρίτος οφθαλμός θα δει
Χροιά χρυσού σε κύκλους άλλους πόσους άρα;
Κι ο βρυχηθμός ποιου ποίηματος απ’ όλ’ θ’ αποφανθεί;
Απ’ αντιύλη πάρ’ και σπάσ’ του την κατάρα.

Ένα: Άμα δεν κάνουμε κι αυτά που λέμε, φαντάσου εκείνο που δεν λες και πες το έστω σε κουαρκ – λες.
Δύο: Χρόνους ιστούς μανιχαϊστικών πτώσεων και δόξας εξωχρονισμού πάψε πια να χρονίζεις αφού

Δέκα στις δεκατέσσερις του εύλογου Aυγούστου
Θα έχεις ήδη πάψει πια να παίζεις πως εκπίπτεις,
Θα’ χουν χαρεί στα ψέματα αδέλφια αδελφούς τους
Κι ο ένας τους θα ξαναθυμηθεί – και φαεινά –
Μια τούνδρα που’ ταν χίπης.
Εσύ τον γάμο μας στιλπνά και ταπεινά το χέρι μου αγκυλωτά κρατώντας Θα φέγγεις και θα μου γελάς
Κι εγώ, τον ίδιο μου τον εαυτό κάπως κρυφ’ άλλα δυνατά τσιμπώντας,
Θα δέχομαι πως έφτυσα τον Γαλαξία Πουθεμιά,
Πως η αγάπη μας κατάφερε γενναία, σπουδαία, εν τέλει,
Να δίνει φως σε ήλιους δυο που μόνο φως τους χύνουν
Ίσο μ’ αυτό που όταν ξυπνάς μαζί σου ανατέλλει,
Ίσο μ’ αυτό π’ όταν ξυπνώ σμήνοι αδελφοκόπων λύνουν.
Το πάντα τώρα που’ γινε εκεί και πουθενά
Σε ραβασάκι ενός μικρού
Που υπογράφει ως μαϊμού.
Και σε ταινία εμού τ’ αυτού.
Για σ΄ αγαπ’ όσο δεν αγάπησε ποτέ καμιά,
Η Πουθεμιά.

Πουθεμιές.

Εμείς Εαυτέσμαράγδαίες Μας Αλλαγές, Σα Μάν’ Αρχαία Ενωτικές, Σάββολευoύν Ζωής Ροές. Σιγά σε ποίημα να μην πω που με τρεις άνδρες θα ψέλνω κι όλοι να ξεκινούν με Φ, π’ Ενδέκατ’ Ώρα’ Χω Φανεί, Μόν’ είμαι, ρέω μονήρης ρε συ, ρε, σι (ύφεση), χωρίς καχ’ υποψ’ ΙΑΣΗ. Οιρμός Μας Έρεε Μαζί, Λαλιά Κι Άρπα Μας, Να ‘μαστε, Φευ. Όμορφος Ήδ’ είσαι κι ηδύς, Μ’ Σ ΉΔ’ Χωρώ.