Κάτι Παιδιά Μωρέ – Σ’ Αλάνα – Π’ Αρμενίζουν.

Απ’ Υπομανί’ Αγνώστου Μαγικά Αρχίζουν Ν’ Ευανθίζουν.
Άσκοπα Πλάθονται Παιδιά Αγίων Των Πνευμάτων.
Επιταφίους Θε’ Ανάστατα Στιλπν’ Όλ’ Απομυρώνουν.
Τα ίδι’ ήδη Αναστήθηκαν ενώ Γονιοί Στολίζουν.

Ηρωϊκ΄ Ειρωνία Ηθών Φωτίζουν, Τανταλίζουν.
Μιλώντας μόνο τις σιωπές ευάλωτων ασμάτων.
Αυτά δυάδες μεταξύ όλο κοντοζυγώνουν.
Δεν Βρίζουν.

Δεν ελπίζουν.
Μόν’ ενθρονούντ’ από καρδιές ηράκλειων, τρισμέγιστων τραυμάτων.
Δεν λοιδορούν. Ούτε ζαβώνουν.
Αυτά σωθήκαν. Γι’ άλλους μονάχα πια θαρρούν σ’ αυτούς να φερελπίζουν.

Λεύτερα Βαίνουν. Δεν Οργίζουν.
Δευτέρες Ζώνουν. Ωραί’ Οργώνουν.
Κι αν κατά “λάθος” λερωθείς
Το πριν το λέρωμα για σε (αυτό το δήθεν καθαρό)
Πέμπτες μετουσιώνουν.

Την μοίρα σου ορίζουν
Ανόριστ’ αρμενίζοντας ζωή άτιτλων θεμάτων.
Μαζί πληρώνεσαι κι εσύ στο ποίημα που πυρώνουν.
Ηλι’ Αύ’ Τώρ’ Γαί’ Ες γεννήθηκαν. Ζηλεύεις; Δεν καφρίζουν.

Τετράστιχες στροφές ιστ’ εξωμήτριων αφρίζουν
Γιατί μπορούν, είναι απλό – μια Λαλαγή – κι επί των κυκλωμάτων.
Κυκλάμινα Γεννήθηκαν τον Κύκλο Σου Ν’ Ολώνουν (όλους μας κυκλοδίωκτα ενώνουν).
Κατάλαβε το ποίημα τους για να σε διυλίζουν.

Διαιωνίζουν;
Ε ναι, και κάπως – όσο δύσκολο – Υπεύθυνο σε Χρίζουν.
Μπορείς; Θαρρείς; Ζηλεύεις; Δεν καφρίζουν.
Πετώ τα. Πιάσε.
Δεν λερώνουν.
Εσέ αν μάθεις ν’ αγαπάς,
Στοργή Δίδουν.
Κι Αιώνων.