Ολάνυδρες οι πέτσες τους πλέουν στη σιμωνία.

Το θέαμ’ οσιομάρτυρα, η λύμη του κι η ψευτοσκοτοδίνη
Βαρέθηκαν, δεν πιάνουνε. Και ο μεμισημένος όλεθρος με πορνοελεγεία,
Γεράσανε, κουράστηκαν, κάψαν δήθεν βραβεία.
Σωπάσαν, συγχωρέσαμε, τώρα ποιος θα τους πλύνει;

Μπας κι είχα γω ποτέ προσόν δεινού καυχηματία;
Κι αφού εξελού μ’ ας καθαρίσουν άμεσα μονάχοι πρώην πάγκοι
Κι ας πυρωθούν στο διηνεκές αχλής πρόστυχοι σπάγγοι
Που δένανε τ’ αγόρι μου στυγνό εγκληματία.

Εδώ δε μεταρσιώνουμε πλέον στυγνά σφαγεία.
Ρουφήχτρες συβαριτικές πνιγήκανε μες στη δικολαβία.
Ολάνυδρες οι πέτσες τους πενθούσες πλέουνε ρηχά (πρώην ρηχά πλουτήσασες), νότια στη σιμωνία.
Κασσίτερος μπροστά σ’ έργο χρυσό κι απ’ έργο του βαριά κεχρυσωμένο (και τι ανέμελα προστατευμένο): Σμπαράλια η πανοπλία τους κι οι ηλεκτροφόροι φράχτες της, μπροστά σε τίμια λίθο μας, γίναν αδυναμία.
Δεν θα’ χουν φθόγγο άρθρωσης στρατοί γενών ανώφελων μπροστά στην πανσπερμία πια μα η καταθλιπτική σιγή π’ ακολουθεί πρώην κακοφωνία, είν’ στάδιο απαραίτητο γι’ αυτούς που κι ας αμάρτησαν τολμούν ευγενικής ψυχής εδάφ(ε)ια αθανασία.
Σ’ αυτά καθώς και σ’ άλλα πάμπολλα, συγνώμη δε δεχόμεθ’ ούτ’ ιχνή αμφιβολία.
Χωρίς ούτ’ ίχνος βίας πια, χωρίς αντιδικία.
Πρωτίστως για όλους βρήκαμε πρώτα καθολική σιμή πρώτη φιλοσοφία.
Κι ας βρουν κι αυτοί στο χρόνο τους – κι αν το μπορούν (και όσο τους, όσο θα τους επιτραπεί από εκούσια μόνιμη περίπου νευραλγία – και τι καλή δικαιολογία) – άχρονη ανομία.
Στον ξύπνιο τους μας σκούζανε, κι ενώ όλοι οι άλλοι το παίρνανε γι’ απλή παραπραξία.
Ξεσκόνισ’ ίδια πέπλα τους ‘πο μένανε ως μνεία.
Δωρίζω ευρεία συνείδηση ενέσιμη – πανάκεια – βαθιά στην αιματοχυσία τους και σ’ ό,τι αποδεχθήκανε ως αναπόφευκτη στερνή, λειψάνου ίδιου τους λυπητερή, κι αστεί’ αποπληξία.
Τα λέγαμε – άστρα και παρατηρητές – περίπου εφτά. Και σε γνωστό Καινοφανή (θα φαίνεται) – θα πλένεται – στη Μυία.