Κάνοντας στάχτ’ ηρωικά τις μήτρες φρεναπάτες.

Στα δαχτυλίδια διάφανα οράματα ώρα να τα, πετάχτηκαν δυο άστρα ουροβόρα,
Ένα τους άκουγε στο Χι και τ’ άλλο του σε Γάμμα
Κι όταν τα σμίγανε μαζί
Φτιάχναν αυτήν που οι πολλοί συνήθισαν ν’ αποκαλούνε Γη – κι αόρατη και ορατή.
Σταλμένα ήσαν πάρισα, κατάκοπ’ από κεραυνό του Δία
Π’ ισχνά μ’ εμέ ξεκίνησε και ύστερα με φόρα,
Μας έχρισ’ ενδ’ εξαίρετους σε μι’ αστροβιολογία,
Δωρίζοντας μας δώρα.
Θεία αυτά που ήτανε και θεί’ αυτά με κάνανε κι όλο πιο ερασμία,
Ώσπου ν’ απέμεινε μονάχα ν’ απομένει η ώρα,
Κάνοντας στάχτ’ ηρωικά τις μήτρες φρεναπάτες, που έσωσε τον άνδρα μου κι απ’ την ουρά μ’ ως λεία.
Ώρα να περιμέναμε μαζί μέχρι εδώ.
Άνευ αιδού στο τώρα.
Σ’ ίδιο Βορρά του Δία.
Δυο δαχτυλίδια δώσαμε – κοινή ψυχή μας σώσαμε.
Για σας γάμο μας κάναμε ολ’ αίθρ’ αιθέρια ταινία.