Ρίχνοντας φως ηρωικό στης πλάνης την αιθάλη, κάνοντας στάχτη ακραιφνή δυο μήτρες φρεναπάτες.

1. Στα δαχτυλίδια διάφανα κι ώρα να τα οράματα ομόγνωμα ανέσπερα πετάχτηκαν δυο άστρ’ αυτοφυή,
υπερκαινοφανή
και με ψυχή αρχαία, με δύναμη ουροβόρα, διφυή,
Που φτάναν στην Παγγαία,
που ένα τους άκουγε στο Χι
και τ’ άλλο του σε Γάμμα,
Kι όταν τα σμίγανε μαζί,
φτιάχναν αυτήν που οι πολλοί συνήθισαν ν’ αποκαλούνε Γη
– ευρύστερνη –
αόρατη κι αειφανή.
Και ενδιαμέσως ποιούσα.
Η ίδια υπερουσία μας εν όσω μέσα ούσα.
Σταλμένα ήσαν πάρισα,
ομοειδή,
Tι όμορφα βιοφωταυγή,
Κατάκοπ’ από κεραυνό ενός Δία,
Π’ ισχνά μ’ εμέ ξεκίνησε
(Δεκέμβρη Έντεκα και λέω πολύ)
Κι ύστερα με περίσσεια φόρα,
Μας έχρισ’ ενδ’ εξαίρετους σε μι’ αστροβιολογία,
Δωρίζοντας μας δώρα.
Τι θεία αυτά που ήτανε
Kαι θεί’ αυτά με κάνανε
κι όλο πιο ερασμία,
Ώσπου ν’ απέμεινε μονάχα ν’ απομένει η ώρα,
Ρίχνοντας φως ηρωικό στης πλάνης την αιθάλη,
Kάνοντας στάχτη ακραιφνή δυο μήτρες φρεναπάτες, ατελείς,
Δυο ψεύτρες άμητρες θολές, απ’ όργανα βαθιά ελλιπείς,
κι από ουσία αιμοσταγείς,
που τόλμαγαν ν’ αρθρώνουνε πως για μας κόντεψαν να πεθάνουν,
στην πρώτη νέα τόλμη τους το μίασμά τους χάνουν
(σκέψου μια μέρα φθινοπωρινή τι μετουσίωσες παιδί
– και εύγε
– και τι ημερομηνία),
Δυο άπροικες ξένες μ’ αντί προίκας μάντες προίκας έργων αλλουνού
Με τα λεφτά τους πόσο φειδωλά κι αντί παροξυσμού
Δυο στολές άκαρπες, στείρες και φειδωλές,
Ξεμωραμένες και αισχρές,
Αν-άγνωστες κι αν-άγωγες μα σε κυριολεξία
(δεν ντύναν ούτε συστολές,
ούτε καλές αποστολές
– με λύσσας άναρθρες για να φανούν κραυγές (ως τι;) –
γεννήτρες βούρκων με ντροπές,
κίνητρα πρόστυχα τρεις σάπιες ενοχές
– τα θέλαν και τα πάθανε παρόλη τέχνη που ‘γιναν να ζητιανεύουν συναισθήματα ανώτερα ενώ ζουν μες στη ζήλεια),
Και να τη ώ να τ’ υμέναιε καλέ η ώρα μας αυτή,
Φωτός αναλαμπή ευρεία,
Που έσωσε τον άνδρα μου κι απ’ την ουρά μ’ ως λεία.
Ώρα (μ)να περιμέναμε μαζί μέχρι εδώ.
Άνευ αιδού σε εκμαγείου τώρα.
Μ’ αντιτακτούς αντίχειρες,
Αυτόχειροι σ’ ίδιο Βορρά του Δία μας,
Τριών μας μοιροδότες.
Δυο δαχτυλίδια δώσαμε,
ακάλεστοι άλλοι μένουνε κι άλλους βάζουν να πλένουνε (και επί πληρωμή),
κοινή ψυχή μας σώσαμε.
Για σας γάμο μας κάναμε ολ’ αίθρ’ αιθέρια ταινία : το εκ προθέσεως άπειρο – δικαί(ρε)ας ταξινόμησης – σε μια χρονολογία.

2. Διασχίσαμε δυο σώματα π’ αγκυλαγκιστρωθήκαμε σπινθηροβόλα κι απαστράπτοντα και γεωστραφταλίζοντα και σ’ αγαπ’ από πάντα μας κι ας διέσχιζες και τοίχους δα
όπως εγώ πρώτο πρωί
Δεκέμβρη είκοσι επτά δύο χιλιάδες δέκα επτά
μείον έ — να:
τα δαχτυλίδια μας.
Και τα γυαλιά.
Και τ’ άστρα π’ αποφάσκουν.
Στην ύλη κατηγόρημα.
Κι ας μην φορεί ο ήλιος μας ω ήλιε μου γυαλάκι’ ας μην φορεί, φου φως γενν’ από μόνος του στο φως θα ορρωδεί;

3. Πέτα τ’ όλα κι όλο πέτα να’ ρθω στη μεσημβρία πάν’ αν Πάνας περπατάς ή αν σαν άγγελ’ ανάγκη αν πετάς. Και αν ανάπαιστ’ ώς Φαιστός κι εντάξει ουδέν εξ’ ουδενός. Μαϊουμά λεν τον Κοσμά, Μαϊμ’ που γέννησα κόσμ’ ας.