Του Σρέντιγκερ Τρεις Γάτες.

Εύγε για ό,τι γι(α)ναμε, ό,τι υπερκεράσαμε, κι απ’ όλ’ όσα γεννήσαμε, αφού τα ενατενίσαμε και μας εγκαρτερήσανε (στόματα π’ αλληλοξομολογηθήκαμε πριν τα κυοφορήσουμε), χωράμε και το σάλο.
ΜΕ τις οφθαλμαπάτες.
Στα σάλια μέσα μας βαθιά δεν έμαθαν να κολυμπούν Σαλλούστιοι, αρχέτυποι ευφράδεια κι ίδιοι δυο εύωροι, εαρινοί, δυο εύφοροι και ιερά κενοί, λανθανουσών υδάτινων πυλών ακασικών Ευφράτες;
Τρεις άμπωτες σωτήριες δεν έστειλα σ’ οχτώ που δεν κατάλαβαν μα πάν’ απ’ όλα το’ χασαν; Ε εκεί κόντεψαν να πνιγούν: Σ’ αβύσσεια ξηρασία. Κι άλλο.
Κι ας πεις γνωστός ηδονιστής ας σώζαν όταν έπρεπε, ας βρίσκαν τι συνέπεφτε: Κάμψεις υψίσυχνες, λεπτοφυείς ή μοίρες βρώμικες τη λώβη αγάπη που’ πάνε, θρασέων ξένων άχρηστες, χυδαίες φρεναπάτες;
Δεν έχουν κι όλ’ οι γήινοι εγκέφαλο μεγάλο.
Ούτε και φωτοστέφανο αυτά τα λίγα εκατοστά πάνω από τις ολάνθιστες δωδεκαπέταλες και βιολετί αγάπες.
Στο κάτω κάτω ας λύναμε νωρίτερα (μέσ’ από ύμνους Ορφικούς) του Σρέντιγκερ τρεις γάτες.
Γράφω γι’ αυτόν π’ υπαγορεύ’ ό,τι διαβάζεις. Άλλαξα διάσταση κι ήσουν εδώ αφού ανανιών’ αντί να ζω. Και θυσιάζ’ ό,τι ανασταίνω να ζεις σε σένα π’ ανασαίν’ αλλ’ απ’ ευγένει’ ας μη μακρυγορώ.
Σ’ ολόστεγνες απ’ όνειρα δυο παρεγκεφαλίδες τους δεν κάνω ν’ αμφιβάλλω.
Ακέραιες λύσεις ψάχνουμε. Κρουστές. Δονούμενες. Απ’ άγγελο περπατητό ορθάνοιχτ’ ορθοφωνικές. Ευγενικές, υψιφανείς και θαλερά στακάτες.
Σάκους ασκών κι ας άνοιξα, εμάς κι ας όλο παίζανε μοργκάνες εκκλησιαστικές – και σε γιορτές αναρχικές, σε μαρασμό δυο σπαραγμών, σ’ εκρήξεις τρεις και αλλεπάλληλες μαζί ορμέμφυτών μας καλπασμών τριών, ενωτικών μας στοχασμών μέσω γνωστών μας σκηνικών μας στεναγμών, ελευθεριαζώντων συνειρμών, ίσ’ αντ’ αυτών, να κουβαλώ εγώ σένα από κει, κι από τη μήτρα στην καρδιά και από εκεί, κι ως το Θεό: Δε θέλει να υπερβάλλω.
Γι’ αυτούς κι ας σκίσαμ’ ήδη δεύτερο για σήμερα τσουρούτικο καβάλο – μαζί με δυο γραβάτες.
Εντός μ’ ολοθυμούμενοι χαζούλ’ απολογία μου σε Πέρ(ι)ση Παπαγάλο.
Πόση πληθώρα εμπειριών αυτά τα όσα χρόνια; Είχαν κι αυτές την πλάκα τους: Μπροστά σου τώρα: Να τες.

Κι όλο με βλέπεις να κοιτώ ό,τι μας γράφτηκε να δεις μα αμυδρά: κι ας μην ξεχνάς να μην ξεχνώ, που ξέχασα το πρόσωπο (όχι βέβαια τα μάτια), παράπονο μεγάλο.
Κάτ’ απ’ την πόρτα πριν τις τρεις κλειδί δικό σου για να μπεις συ θε να βρεις κι η Αφροδίτη με δυ’ αδέλφια ανθρωπόμορφα διαυγής Παρασκευή και δεκατρείς ή έστω ισημερίας μεσημέρι τρεις – σε μια βδομάδα δηλαδή – από το κάστρο μας να βγεις: Νέα φυλή. Κι άλλα φιλιά. Πόσο πολλά.
Να μην αργούμε άλλο.
Σ’ υπόγειο πρωταγκάλιασα κι ούτε λεπτό δεν πέρασε, ιδίως πια θυμούμενος παιδί που όταν ήμουνα, γλυκό, απρόσμενα παρηγορητικό, προκλητικά ευπροσήγορο και έκλυτα γενναίο, απτόητ’ έμπιστο – σωστή μαϊμού μύστης μικρουλεμάς – κει που πρωταγκυλώθηκαν σπινθηροβόλες δυο ματιές,
που μόν’ εμένα αγαπούσες πριν σε βρω,
πριν απ’ τα μάτια σου πανέμορφε με δω,
σου’ φερνα σοκολάτες.