Μονάχοι τους μαστίζονται όσοι πίσω αφήσαμε ψυχές δυο πριν ενώσουμε.

Με βρήκε λέξεων α-ρυθμός που σου γερ-μή-ζει το κενό και έπαψες να ζεις μ’ αυτό. Ευγνωμονείς να ευχαριστώ.
Κι ας μην διεκδίκησ’ όσο πρέπει θαρρετά.
Κι ας παραγίναμ’ επιεικείς φτάνοντας την απάθεια.
Συγχώρεσέ με να τους συγχωρώ.
Αφού δεν φτάν’ η λέξη Φταις. Για χίλι’ ανδρών που γω κουβάλησα χιλιετιών απόβλητες ζωές. Συν δυο τους νέ’ αποβολές.
Κι Εσύ
– όπ’ να πάλ’ απ’ την αντάρ’ αναταρ’ αναρχία μες –
Σα χθες,
Να βόσκεις φως, ίψυστ’ Απλός Χριστός. Απλώς.
Θε’ ώς τη θεουργία μες.
Φαναλαμπές:
Κάθαρση φθίσεως φύση μου να λιώνει βασκανίες
Καταναλώσεως εντός, μολότοφ κατ’ ιδίαν,
π’ ούτε αχν’ ακουμπούν εκεί που ήδη κουμπώσαμε,
Γη κι ουρανός ολκάθαρος απ’ αστικές μανίες
Ακόμα που μαστίζουνε όσους πίσω αφήσαμε ψυχές δυο πριν ενώσουμε.
Ηθοποιητ’ ονομάσανε δυο οδηγοί τον νου μου –
Ποίηματα για το ήθος μου γραφή του αγοριού μου.