Χάρμα(ϊ) Μου Πέταξες Κι Αέρα Πήρα Πίσω Κι Ανάσαινε Καρδούλα Μου Για Σ’ Αγαπώ Όσ’ Ίσο.

1. Υπερδονούμενα τουλάχιστον να είν’ τέσσερα χέρια
Για να θαρρούμε άνετα να λύνουμε τη δίνη
Που επέμενε παροδικά παρόλα τα αστέρια
Ν’ ανακαλεί διακριτικά ό,τι άλλοι δεν έχουν πλύνει,
Που προσπερνά το παρελθόν, στο μέλλον του τ΄ αφήνει,
Να’ ρχόμαστε κι επιεικώς στο εναργές μας σώμα
Κι Άνευ Αιδού Στ’ Εδώ.
Ν’ αναξυπνούν πέντ’ άγρυπνοι ποιητές σε στείρο κόμμα
Χιλιετιών τριάντα-πέντε και, και μέτρα με ακόμα
Εμπειρικά και τώρα δα, να διάβαζες ακόμα,
Τα δυο σου χέρια που είσαι εδώ,
Τ’ άλλα τους δυο που είμαι εγώ.
Σε προσευχή να έκλεινες ή μάλλον χέρια, να, κλείσε,
Ψηλά στον ήλιο δός τα μου κι όλη τη δίνη λύσε.

2. Σε θερμοκήπιο το’ μαθες πως μένα περιμέναμε κι ας βγαίναν μ’ αίματ΄ απ’ το γήπεδο ρωτώντας ο ποιητής τι να ‘θελε να πει, γιατί.
Δεν θέλει απλ’ άλλο φύραμα και έλεγχ’ ανιάτων αντί σκωπτικισμού.
Είν’ έτοιμος από καιρό κι ενδελεχώς ταξίδεψε την ετυμολογί’ ανδρών.
Εντεύθεν οικισμού.
Σ’ ύπαιθρ’ ιξός του ήδ’ επουλώνει
Αιώνιου ταιριού αιώνιο ταίρι
Κι ο κύριός του όπως τ’ απλώνει
Με δόντι’ ανοιχτά φιλά το χέρι
Πριγκίπισσας π’ έχει καλεγγραφεί στου χρόνου την βολή μας.
Δεν ήταν Άνοιξη π’ άνοιξαν κρυφοί μεσημβρινοί για να χαρεί
Βόμβο καλοκαιριού δεξιού χεριού αφή μας.
Ήταν χινόπωρ’ ορθάνοιχτο π’ αντάλλαζαν το ποίημα μ’ Αυτά π’ ήθελες κάποτε για να τα ξαναθέλεις.