Χάρμα(ϊ) Μου Πέταξες Κι Αέρα Πήρα Πίσω Κι Ανάσαινε Καρδούλα Μου Για Σ’ Αγαπώ Όσ’ Ίσο.

1. Χάρη στη χάρη αλλουνού εγώ τώρα χαρίζω τη χάρη που μου χάρισε.
Και τι χαρά, τι σύμπτωση και πόσο να συγχαίρουμε πια
πρόχειρ’ αυτόχειρα με έν’ αντί τεσσάρων μας, μονάχα μ’ ένα χέρι σου,
το χέρι το προφητικό το αιώνια κεχρισμένο μου
Που πίσω σε χάρη και χαριτες το τάμ’ από χτες χαρίζει.
Χαρά μου ήδη απλόχερα μας χαρίστηκε πια πως άχαρες χάρες δε δέχεται πια κι ούτε και χάρες χαρίζει.
Χαρές πια δίνουμε πια
ίσες μ αυτές που παίρνουμε.
Κοινός πυρήνας κράμα μεις μέσα σ’ αλλότριο κάρμα. Και με χαρά.
Κι αν κάποτε σε χάρισα πριν σου δοθώ να σε χαρώ,
Τώρα ως χαρίσαμενοι ξέρουμε πια πως μας ανήκουμ’ από πάντα.
Για χάρη μας μας χαίρομαι όσο μας χαίρονται οι ουρανοί π’ ανοίγουνε με κλάμα χαράς σα βλέπουνε τα ποιήματα να κυριολεκτούν σε χάρη. Τα κεχαριτωμένα της.

2. Υπερδονούμενα τουλάχιστον να είν’ τέσσερα χέρια
Για να θαρρούμε άνετα να λύνουμε τη δίνη
Που επέμενε παροδικά παρόλα τα αστέρια
Ν’ ανακαλεί διακριτικά ό,τι άλλοι δεν έχουν πλύνει,
Που προσπερνά το παρελθόν, στο μέλλον του τ΄ αφήνει,
Να’ ρχόμαστε κι επιεικώς στο εναργές μας σώμα
Κι Άνευ Αιδού Στ’ Εδώ.
Ν’ αναξυπνούν πέντ’ άγρυπνοι ποιητές σε στείρο κόμμα
Χιλιετιών τριάντα-πέντε και, και μέτρα με ακόμα
Εμπειρικά και τώρα δα, να διάβαζες ακόμα,
Τα δυο σου χέρια που είσαι εδώ,
Τ’ άλλα τους δυο που είμαι εγώ.
Σε προσευχή να έκλεινες ή μάλλον χέρια, να, κλείσε,
Ψηλά στον ήλιο δός τα μου κι όλη τη δίνη λύσε.