Δεν ήξερ’ ότ’ υπάρχεις κι αλλού, έξ’ από μέσα μου.

1. Σωτήρας Ανθρωπότητος Ίδια Αυτή Εκείνη,
Θερμή Θερμοκοιτίδα της με Φόβο Αλλουνού
Μετέλαβε στο Στέφανο και στην Αγιά Πακού.
Μα εφέτο κράμα έχουμε φιλιού στο δισκοπότηρο μόν’ άνδρ’ αληθινού.
Νύχτες Παλιές Γινήκανε Μάτι π’ Ανοιγοκλείνει,
Σε Ποίημα Μέσα Μπήκανε Και Σε Σκηνή Εαυτού,
Το τάμα μ’ άνοιξ’ τα μάτια μας λαμπρή μου εμπιστοσύνη:
Συνέχεια θα ξαναφιλάς τα μάτια του Χριστού.
Χάρη στο Φόβο Αλλουνού Εγώ Τώρα Χαρίζω Δυο Αραμπέσκ Φλαμίνγκο μας π’ όλ’ φώτισε το δώρο μας δικού μας Νορβηγού
Και Μια Μικρή που έτρεχε και ξέτρεχε μια Δίνη γέρων π’ ακροπατούσανε σε θ’ ά(λ)μα ευληπτότερου Ρώσου γνωστού ιατρού.
Δεν Αναφέρ’ Αναφορές που δεν αρκούν να θέλ(λ)ω.
Προς το παρόν, μέχρι να κλείσ’ η σιγαλιά, να δοξασθεί η θημωνιά σε κύκλο τελευταίο, φίλα αντί ολονότιστου λαιμού παλιό τον Πιζανέλο
Που Δίπλα έχω τον μάτια μου κι αντίκ’ απ’ όταν έγκυος ήμουνα,
μακριά,
παλιά,
δεν ήξερ’ ότι ήξερες – δεν ήξερ’ ότι έπαιζες, δεν ήξερ’ ότ’ υπάρχεις κι αλλού, έξ’ από μέσα μου –
κι αχ πια,
στο Πόρτο Μπέλλο.

2. Κι ας Ήτανε Νωρίτερα Αλλιώτικο Που Λες,
Το Ποίημα Που Aπλόχερα σε από Tσίπ’ Ανείπωτες Ευτελοπροσταγές Προσποιούταν Πως (Δι)αρκούσε.
Σε Νοιάζει, Δε Σε Νοιάζει Ντε, Αυτή Πάντα, Απο Πάντοτε, Πηγαία Συμπληγούσε.
Φου Κάλλι’ Ανάλγητος Αντισυμβατισμός (τι να τους κάνω τέτοιους φιλελέδες)
Και Προσευχή Ανείπωτη Κι Αγαπητικιά
Παρ’ Ακουσμένη.
Στερεοφωνικά.
Κι Αναγάπητη.
Κάλλι’ Έκπτωτοι Γραφικοί (Πρωταθλητές Εμπαίχτες Γραφικότητας) Φωστήρες Αρχιτέκτονες Πρώην Γηραιάς Γης Έκπτώσεως
Παρά Τρισκότεινοι Ρομαντικ’ Αυτοκτονικοί Να Μαστίζοντ’ Από Ποιά έναντι Αιώνιας Καταδίκης;
Ε, Ας Βρούμε πια τα Καλά Μας νά’ μαστε Για Κάλλιο Κάλιο Κι άλλ’ Αλκαλιμέταλλα Παρά Χρυσός Σ’ Οάσεις.
Αφού Εδώ θε ν’ Aγαπώ, στη Γή – τουλάχιστο – Να Ζώ.