Ως Μήτις ή οσμή, ωμή, ως μη μιλιά Της μίλα.

Ειδωλικά Δολώματα Γρήγορ’ Αποκαλύπτανε Εκείνες Δα τις Περιοχές
Τις Κάπως Λίγο Πιο Θαμπές,
Και Από Πάντοτε Σαφέστερα Σοφών Πως Συ Από Μένα Φως Μοιρόγραφτα Να Θες, Κι αντ’ ιατρού έναν μάντη.
Κίνημ’ Ακίνητου Κίνητρου Εσύ’ Χες Να Γεννήσεις
(και διπλοχτύπητος μπροστά σε τσακισμένη δυο προγόνων εξουσία),
Και, Να, πως το’ μαθα καλά καλά πριν κιόλα το ρωτήσω,
Την Τιύ’ είχαμε μάνα μας και Θείο Έναν Ανεν,
Κι εκεί όλο που έψαχνες παλιά τα νήματά σου αφήνοντας άδολα στους θεούς τους,
Nα που φανήκανε μπροστά, του ήλιου τα παιδιά.
Πρωτότοκα, πρωτότυπα προβάλαν την αλήθεια, στο νανοδευτερόλεπτο,
κι ίσως βδομαδιαία κι ας μέναν, διάνοιες μεν, αιώνια μετεξεταστέα,
Δε.
Ν.
Γι’ αυτό μάθε τον λόγο τον βαθύ που φίλος δικός μου καρδιακός έγινε ο Τροφίμοφ,
κι αφού τον πόνο του έκλαψα γι’ αυτόν, κλαυσίγελοι μύθων παλιών
και Σπέρματα Φωτός Χριστών, κρυστάλλινα φωτίζουν πια,
Ακόμα και σάπια βυζιά,
Που Κάποιοι Των βυζαίνανε,
Μάθε Σου Πια Ποιον Κλαίγανε Κι Αιώνι’ Ανασαίνανε.
Μα ‘Μεις Αναβαθμίσαμε, Γλυκά Αιωρηθήκαμε Κι Ευθύς Νόες Πλυθήκαμε.
Ιθύνων Εξ Ο Νώε.
Κι Αλήθεια Βγήκε Μία,
Καμμένη Βασκανία,
Ενός Των Πρόωρων Γητευτών,
Πριν Τα Δεκαεννιά Μου, Τα μάτια του ήταν πρόστυχα,
Μ’ αγκάλιασαν τη μιλιά μου.
Τίθεται Γη Παραδοχής, Μ’ Ως Μήτις ή οσμή, ωμή, ως μη μιλιά Της μίλα:
Που Με Θέτεις;
Γεννάτ’ Αυτούσιο Ποίημα Μ’ Ή Απ’ Ομοιοκατάλυμά Μου; Πρώττελευταία λέξη μου, λεκτικ’ Αυτοκυριαρχία: Τρισδιάστατ’ Ειρωνία Μου, δήθεν ορθογραφία μου, Παλιο-Συμφωνημένη, Ποιον Ρόλο ‘Γω Συμφώνησα,
Ποιον Άνθρωπο Να Παίξω, ‘γω που δεν είμαι άνθρωπος;
Άντεχ’ άρα θ’ αντέξω; Μα, όχι δα!
Σκοπός Δεν Είν’ Η Αντοχή, Ουτ’ Είναι κι ο Σκοπός Της.
Ποιος θέλει πια το Ίδιο χτες;
Ποιος ξεμπερδεύει γρήγορα Μ’ ό,τι Εσύ δε θες,
Εσύ Να φτάσεις σ’ Ό,τι Εσύ θες Αφού ακόμα θες να θες;
Τα λέγαμε Εμείς Αίωνια Αιώνιες ‘Φτες Ή Εμείς Αυτοί Ή Ίδιοι Οι Εκείνοι,
Αιώνιο Φιλοδώρημα Μα ‘ταν Τρισμάταιο, Κουτό, να Φθίν’ Η Ίδια Εκείνη.
Βιαστήκαμε Να Δώσουμε Λες Και Μας Το Μπορούσε.
Πανεναργώς Πάντ’ Άκου Με Κι Απ’ Σέν’ Άκου Τα Τώρα,
Μ’ Αψέντια, Μύρα Δυνατά, κι ίσ’ Έξι Ακόμα Δώρα,
Η Απτή Περιοδικότητ’ Αντέχει Περίσσεια Φόρα.
Τα Πανωραία Όρη Μας Ορθίστικτα Είχα Μπρος Μας Κι Αντί Για Όρους Είχ’ Ορούς, Χορούς Χώρων Ωραίων
Κι Ορθάνοιχτα της Ώρας Μας Τα μοιρολόγι’ Ανδρών Μας.
Βουλεύονταν κι οι Κύρηκες Αστέρια στις Σπηλιές Μας
Μα εμείς μόνον τον Έρωτα Ερώτων στις Καρδιές Μας.
Ανάκατες Ανάχαιτες Αιώνιες Δικές Μας, Δάνειο Δεινό η Δίκη μου,
η Ίδια Ιδανική Μου,
Δανείσου μ’ τη στη Δίνη σου, Δριμύτερα Διττά Με Μιας,
Δοσμένη Δύναμή Μου.
Σαμάνοι Γεννηθήκαμε,
Σα Μάνες Προμηνύσαμε,
Κι εσείς, Σα Μας, Εντός Μας,
Εντόσθια Πολεμόχαρων Τσακίσατε Εμπρός Μας.
‘Λαλάζοντας Αλλάξαμε Λωστούς Λοξές Λαβές Μας,
Λάθρα Διαλύματα Πληγών Που Καίγαν Τις Ψυχές Μας.
Χριστές Χάρες του Άνδρα Μου Πιστές Πια Ιέρειές Μας,
Κολώσαν και τα Σίδερα,
Σαστίσαν Στις Καρδιές Μας.
Το Σώμ’ απομνημόνευε Γι’ Αχόρταγα στα Χόρτα σου αυτό πάνω χορεύει,
Το Σώμα Μου και η Φωνή:
Φτ’ είν’ ίδια Φως και Φάτνη,
Φτου που δεν φάνηκ’ αρκετός τον φόνο να φονεύει.
Φτύσε τη φτήνια Τ’ Άνανδρου, Τ’ Αδύναμου Αυτού λοιπόν,
Κι εμπρός φτάσε με φόρα,
Στ’ ότι μονάχος Σου Δεν Έφταιξες,
Δεν Φτάνει Ένας να Φταις,
Είναι Το Ποίημα Το Ίδιο Μας Που Λέει Για Μας Τους Ίδιους,
Καμμένες πάγκρυες συστολές,
Πως Από Μας Βαφτίστηκε,
Μαζί Μου Εμένα Χρίστηκε, ‘Λομόναχό Του Πείστηκε,
Κι ακρασ’ απόκοτ’ ας το Λεν, τιτλοφορείτ’ “Εμείς Αυτές.” Και τίτλ’ ουλές περαστικές,
Αφού σκοπός είν’ αφορμή υγρά χαράς μάτια να κλαις.
Ποίημα που γράφεις το’ χω πει, ποίημα που γράφω να το λες, παράσταση δική μας θες,
Γι’ αυτό γεννήθηκες προχτές.
Που λέει λόγος Δεκεμβριανός, γενέθλιο-ισοχρονικός,
Απ’ τ’ άλλο άκου τώρα αυτί,
Αμήν Κι Ανώ.
Το Είπαμε, Από Μικρή,
Γεννήθηκ’ Αγάπη Να Γεννώ,
Μον’ μην μου κλαις άλλ’ διδαχές (Μένα; Π’ απ’ απάνθρωπ’ ανθρώπινη σπορά μ’ εξυπνόφτερο πετ’ άπο πάνω; Και ψηλά;).
ΝΑΙ, Πιες.