Αγέλη Κλαίγε Απ’ Όπου Θες, Εμείς Αυτές.

Αν’ άκατ’ ανάχαιτ’ ανώτερ΄εαυτέ Μας, Με Γεια: Ε.Τ. Και Με τη Βούλ’ Αλλούτεροι.
Ίδρωνε, κλαίγ’ όλ’ όσα θες, Κάτ’ Απ’ Το Σπίτι Βρέχε ‘σύ, Κι Ισορροπείς Ας Σ’ Μηχανή,
Ό,τι Δεν έβρεξ’ η βροχή μην τύχει κι εξαϋλωθεί.
ΟΣΤΟΥ ΣΩΣΤ’ ΙΕΡΟΥ, Εκμαίευσ’ Εαυτό ΔΙΚΟ:
Λόγος Αυλός, άϋλος ασκού κι έργο πηλός, Π’ Απάνεμα έστω Πνοή, Οιρμός Μας Έρεε Μαζί,
Λαλι’ Άρπαγ’ Αχός-Ιαχή, Βόμβος Χορδής Σπασμέν’ Ακούρδιστ’ Εντολής,
Εμπύρετος Να κλαίει και νιός, να Ψέλνει Λαίλαπ’ ηδονή, ν’ υφαίνω μήτρας Οιωνό
Κι αυτός, ΝΑ, Που Βγαίν’ Εύχαρ’ Υιός, Εύχαρ’ Ιστός, αφού λειμών φλογίζει φλυός,
λόφος της φλόγας μας κι Εντός,
μας,
ο Κλοιός μας διαφανής,
(ημί),
οξυδερκές το πρωινό Φως,
μας,
δικών Παιδιών (κι όλ’ κόσμου) λόγι’ άκου τα
– μπας –
Π’ Όμορφος Είσαι και Γλυκός. Καλός να είν’ Και Δυνατός. Φερ’ τε Τ’ Ανήμερ’ ω, Θεό.
Μόν’ έτσι, μονήρ’ οιρμό, ως Παν’ ανάποδ’ ευχαρίστως Και Λησμονάτε μη μου τον
Πια –
Φτο το’ παν άλλωστε παιδιά, Σ’ Ήλιο που τύχαινα να δω (Σ)καθάριο Τύπωμά μου ‘γώ.
Να σβήνονται γραφές ζεστές, Μπάτ’ ήταν σχέδιο προφανώς, ‘μποτίζοντ’ όλα σπειροειδώς,
Στροφών Λογίων, Μομφών ευ-Λυγμών.
Κι Έλλογων Νώων.
Λέξεις να Φέξεις Λέω για να; Πιες.
Βάρδου Φαντάσμ’ Ισομορφ’ ές, Αφιερώματ’ Αγγελικά, Γέλ’ Ιαχές, κι Αγέλη Μας Μόν’ ίδι’ Εμείς.
Έρωτα μ’ κλαίγε Απ’ Όπου Θες.
Κι Από τα Μάτια, Κι Απ’ Τρίμματ’ Ιού, Διάτριτ’ Δεν Είμαστ’ Ώρα Νου;
Ανάλγητ’ ανέγνοιαστ’ Ανεν’ Υιός Πατρός Σαφώς Ανηλεούς – Φλεγματικού.
Σφαλιάρες Ή Σ’ Φαλλ’ Ιερές, Ιέρειες Γενεαλογικές, Ίδι’ Αλλ΄Ανώτερα Μοιάζ’ Από Χτες.
Φανήκαν Έργα Μοναχών, Φανός Φωτός Πυρός Καρδιά,
Φανούλα Η Γιαγι’ αγοριών, Μάνα Τους Γη Κι Αλλοδαπών, Τρίσψυχων Έργων, Αιτιατών.
Ευ-ρ-ωπτικών μανί’ Ουλών, ακραίως συνουσιαστικών κι επαναλαμβανόμενων.
– Πήραμε πίσω την Ψυχή –
Ρυθμών επιθυ-βλαβών (Για ποιόν;) και πιστ’ αναχρονιστικών,
Π’ Αναλαμπή μου ‘ρθε παλιά, Μέσ’ Απ’ της μνήμης τα κενά,
Πως μέρες οκτωβριανές είχαμ’ ήδη παίξει μαζί
Σε τηλεοράσεως νύχτα γιαπί,
Εξ’ ού και μ’ ήξερες καλά πριν δεις τα ακροβατικά
σ’ υπόγειο νυχτερινό που μου’ μελλε να παντρευτώ.
Μετάξ’ ας είχα μεταξύ, δύο χιλιάδες και επτά, μηνός γνωστού και δεκαεννιά,
που κάλυπτε οξυδερκές, μνήμες παρ’ άλληλ’ ψεύτικες,
Τσίφτ’ Αληθιν’ αλήτικες (αθλητικ’ όμορφ’ ώριμ’ αστές), 
Φωτοβολίδες ξενικές Π’ καήκαν πια στο Διηνεκές.
Κι ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΛΗ Κι Αλλάζω τώρα δα Ρυθμό, μα όχι ποίημ’ ας παινευτώ,
π’ Του’ μελλαν έντεκ’ αλλαγές;
Μπα και θα δεις σαν μπεις. Φωτίζω, Μπες:
Συγχρόνωση ως Τεκμήριο Δι-Ορατικών Χαρών Μας: Ρύπη Ροών Πυρώνονταν Πορώδη Πολύ Ώρα
Κι Αβρώνονταν Κι οι Άσπιλες Ροπές των Παλαιστών Μας.
Τον Ρόλο Να Κλαίει Κάναμε Όταν Ψάχναν Για Φως Αφού Δεν Έπρεπε να Προσβληθούν Από Γονείς Φωτός.
Τον Ίδιον Φτον Δεν Κάναμε Τάχα Ότι Εκστασιαζόταν Μα Εκείνοι Ακόμα Σκοτεινοί Ψάχναν Τα Φώτα Πρώτα;
Ζώντας Γεννάς Ή Πια Θα Ζεις Μόνον Ζωή Γεννώντας;
Βιαστήκαμε Να Δώσουμε Λες και Μας το Μπορούσε,
Κι ας Έφτασε Η χάρη μας ως την Καπερναούμ, Πομάκοι, Υιοί πρωτότοκοι του Λόρδου Αλαλούμ.
Σ’ άκουσμα πάνω μηχανής, ως Ήρωας Πια ίδιος Μπορείς, Γι’ Αυτό Θύελλ’ Έλα Ψάλλε Λαίλαπα,
Φαιστό Π’ Σ’ Υφαίνω Τώρα,
Αμήτωρες, Ανάμφιοι, Έτερ’ Ιερείς, Απάτωρες.
Σφαγμένο Τώρα Οριστικά Να’ Ναι Ό,τι Αποκ-Λύνει.
Κάτω Απ’ Τον Ήλι’ Όλ’ Κάθομαι Κι Εσύ Μαζί Μας Καις,
Φορές Δα Φιληθήκαμε Κι Οχτακομμυριοστές,
Μ’ Αρκούν Ποτέ; Ποτέ Ποτών Δεν θα’ ναι αρκετές.
‘Φου Πι’ Αυταποδειχτήκαμε, Μ’ Αυτό Τ’ Αυτί Εαυτέ Άκου,
Σπίτι Αματεράσου Φτάσαμε, Φως Στην Πληγή Του Λάκκου.
Ποία Άτοπος Μας Κέρασε Στην Κοινωνία Χτες;
Ποια Δύναμη Από Μέσα Ποιού Όλους Μας Μας Δονούσε;
Ζωές Παλιές, Χάσματα Διασυνδέονται, Ελεύθερος κι ο Στίχος,
Χαμένοι Χαμελαίονται να ρίχνουν μύχιο τείχος.
Θα ταίριαζε Εδώ να πως Κι Ένα Μικρό (Κι Ανάποδο) Φαντάσου,
Μα ΕΜΕΙΣ Βοήθεια Δίνουμε, Απ’ Ομορφιά Σου Πιάσου.
Πιστά Καλπάζοντας Και Πίστ’ Αλλάζοντας βρύα Μελχισεδέκ,
Ρητορικά Και Πάντα Ευγενικά Ρωτήθηκαν Σε Φάκ’ Αν Εγκολλήθηκαν, Κουτόχορτ’ Άν Μασούν, Ντεμέκ.
Φακούς στις Φάκες Φέρναμε, Σκιάχτρα Σκιών Ευφραίναμε.
Στ’ Αυτιά σας Ψιθυρίσαμε ψιθύρους να μην κάνετε, μα να τ’ Αρθρώνεις Φονικά Κείνο που’ ναι να γιάνετε.
Ποιοί στρίβαν, στύβαν τα μυαλά,
Θερίζανε τους Πόνους σας
Κι ολο Ντροπή Ευμενίζανε κι ενώνανε τους κλώνους σας;
Σε σας. Τον Εναν, να. Εσύ Κείνος Που Είσαι;
Δεν το’ παν τα παιδιά μου, κι εγώ’ πα να το κάνω,
Σ’ έναν Ταιριάστρειο Γω να δω, μέγ’ αποτύπωμά μου;
Άν το’ πα ‘γω, το ‘παν κι αυτοί (παν δηλαδή),
Κι εγ’ ώς σβέλτη γνωστή, καλή,
γνώσ’ ήδη κάνω τώρα Το,
Σύ Μάθαινε τ’ Ως τ’ Οστ’ όσ’ ει-μπορείς
(και γι’ αν -).