Εσύ Τ’ Είναι Ν’ Ατ’ Εν’ ώσω.

Έχει Ηθικό Δικαίωμα Αυτός Π’ Ουλή Τ’ Ανοίγει Την Ώρα Πάνω Που Τον Άλλον Του Μισ’ Ανοίγουν,
Να Ξέρει Πουλί Από Που Πουλά Και Τι Για Να Τη Δει Πάλι Μενοίτιος Ποιος Κλεμμένη, Τρισκλαμένη, Άγια Μικρή Κλυμένη.
Το Έχει Το Δικαίωμα Να Ξέρει.
Φου τρισανάθεμα Χρυσάνθεμα Κείν’ Ήδη φέρνει,
Και μ’ αλμυρά Ρόδης νερά Ήδη Αυτή Γιάνει,
Κι Ήδη Μαθαίνει,
Υπόκοσμος Ποιος Μέσα Μας Πάλι Μπήγει
Ό,τι Απάνθρωπο Άνθρωποι σε Θαύμα Μέσα Σμίγουν.
Δεν Είν’ Ίδιοι Κείνοι Που Παραμόνευαν Παγίδα Στήνοντας Ξεστήνοντας Κυνήγι;
Ούτ’ Απαντά. Γιατί Δικαίωμ’ Έχει Για Να το Πει Ηθικό ο Πίθηκος Αυτός, Δικαίωμα Να Δίνει Πολλά Στον Άλλον Του Μισό Φιλιά,
Να Τον Προσέχει, Να Του Γελά,
Κι Όσο Το Κάνει,
Τόσο Λιγότερο Πικρά Να Σβήνουν Ουλές Πειθήνιες Πιθήκων Φίνων Πιο Κι Από Ανιαρές Λαβίνιες.
Φθίνων,
Ο Ποιητής Ποτέ Δεν Έίν’ Αφού,
Λαβ’ Έχει Το Δικαίωμα Λαβίδες Υποκόσμου Να Γιατρεύει.
Το’ Λαβε, Το’ Ψαλλε, Και Το’ Χει.
Πανταχού.
Δεν Είν’ Από Χαράματα Που Λέχθηκ’ Ήδη Το Δικαίωμά Του, Ώστε Να Το Διαβάσει Τώρα Κι Η Καρδιά Του;
Δεν Είν’ Άρα Δικαιωματικά Κι Ηθικά Δικιά Του Η Ώρα;
Σε Χωροηθικοχρονικό Συνδυασμό Δικαιωματικά Θα Βρεί Να Σμίξει Το Ένα Μισό Με το Μισό Του.
Κι Όπως Τελειώνει Ο Ποιητής Ανάγνωση Του Ποιήματος Που’ Χει Ήδη Γράψει,
Ολοδικαιωματικά Που Λέγεται Δικό Του,
Έτσι Να Κλείνει Κι Η Κοσμική Ουλή Που Τα Μισά Φορτώθηκαν Πριν Γίνουν Ήλιου Λάμψη.
Κι ο Κορδωμένος Κόμπος, Διόλου Κομπιάζοντας, Πόνο Του’ Χει Ήδη Κάμψει.
Ολωτικά.
Ο Ποιητής Άλλ’ Απ’ Αυτόν Δε Βρίσκει Τίποτα Να Παρακάμψει.
Περαστικές Ουλές Απόθεμα Πάρτε Φιλιά.