Θα το χρωστάς αλλού εις διπλούν.

Νώ’ Εδέν με γιό τη Δήλο τ’ Αδάμ (καλ’ αδελφό – προπάντων μην γοητευτώ και γοητεύσ’ ίσα κι εγώ, μην άδικ’ επαναπαυτώ) Άρκτου Οσμές Χυθήκαν Ωσάν
Να ‘φταιγε Αυτός που μπόρεσε να σώσει κτίσμα Αλλουνού·
Κι Αυτού.
“Χωράν,”
φώναζε κι έλαμπε μ’ Αυτ’ είχαν ένστικτα Ελλιπή,
Ποδοπατούσαν τα σκυλιά,
Κι οχτώ τους μείναν άμματα.
Τάμα τους έκανε να δουν
Κατάματ’ αποδεικνύοντας
Πως μάγκ’ αν ποδοπατήσεις
Θα το χρωστάς αλλού εις διπλούν.
Που, πότε, όμως δεν αρκούν,
Μόνο αν τον Νώ’ ευχαριστούν
Πια θα διαλέγουν μόνοι τα σκυλιά που, ποια,
Τους έμελλε να βοηθούν.
Το θέμα δεν είν’ αν μπορούν.
Το τάμ’ άμ’ ανάποδα δουν, σφοντύλι ευθύς μάτια θα βρουν,
κι εκεί στο σοκ,
θα τα δεχτούν;
Θα βοηθήσουν τα σκυλιά;
Μπας κάνουν πάλι τους χαμό,
κι έρθει ο Νώε άλλη μιά,
Ή στείλει κανα γιο τ’ Αδάμ,
Να σώσει Ίδιων Γης Μαδιάμ;
Καταλαβαίνετε, χαμός.
Το θέμα δεν είν’ όμως φτός.
Θέμα σαφώς εδώ είν’ ο γιος
(Δευτερευούσης μ’ όχι ελάσσονος σημασίας κι η ματιά του – όχι, στο ποίημ’ αυτό δεν φτάνω στη γιαγιά του.).
Γι’ αν κι αδελφός δεν είν’ καλός,
Ωχ Νώε μην γοητευτώ και γοητεύσ’ ίσα κι εγώ, μην άδικ’ επαναπαυτώ,
Κι Αμάν.
Γω εκτός ύδατος βρεθώ, σώζοντας άλλου αγνό, πνευματικό και τσίφτικ’ εαυτό.
Μα γω δεν γεννήθηκ’ αγάπη να γεννώ, ζωή Άλλων να Θυμίζω;
Λόγος ο λόγος δε γίνεται τη μέρα που κρατιέται;
Δεν έγιν’ γω ίδι’ αδελφή φτου που’ χασ’ αδελφό του;
Ν’ έγινα,
Και γίναμε σκύλε, γεια σου.