Για το Παιδί π’ Ανέκτησε την Πρώτ’ Ενσάρκωσή Του.

Εγώ από Πάντα Ερωτευόμουν όλα για όλα κι Εσύ δειλά όλο Ερχόσουν πάλι να το πιεις, Π’ ουδέ Μηρύκαζα τις ζήλιες κουτσομπόλων ενώ Συνέχιζα Να Ζω ίδια Ζωή.
Εσύ τι Σκάρωνες για να φανώ δεν θα ‘πρεπε να θες να ξέρω. Ευθεί’ αγνόησα, δεν Ρώτησα, δεν μ’ ένοιαξε η ντροπή.
Μ’ ένοιαξε πού ‘βλεπα να μ’ Αγαπάς Aιώνια Μα να Μουδιάζεις (κι ας ήταν ψέμα) Όση Aγάπη Eίχε Μέσα της η Γη.
Δεν Οργιζόμουν’ Ακριβώς, Φτο Θα’ ταν Λάθος. Σαφώς Δεν Πείσμων’ Ούτε Πρόσταζα Αυλή,
Μόν’ Απαντούσα μ’ Ερωτήσεις σ’ έρωτά σου, Μόνο σ’ Αγάπαγα όλη Μέρα Πιο Πολύ.
(Αυτούς απέφευγα ενώ εσύ μ’ αυτούς πλησίαζες αποφυγή κενού μας.)
Είσ’ η Ζωή Μου, στο’ χω πει απ’ τα Πρώτα Νιάτα. Γω δεν σε Διάλεξα Αλήτη μου Γλυκέ,
Συ μ’ αυτούς άσημα σε Χρίζατε Αλήτη, Μα εσύ Ελευθέρωνες Γενναί’ Αγνό Κορίτσι
Από Τρισκότειναι Ανούσιαι Φυλακαί.
Κάτι θα ήξερες ως φαίνεται για Μένα, Πως το κορίτσι το καλό κι η Υπομονή,
Ευλαβικά θ’ αποκαλύπταν κι άλλο ψέμα, αφού Αγρυπνούσε Μια Παλιότερη Ζωή,
Όλο διχόνοια, Πόλεμο κι Αμόνια Τρισεναργούς Αυθεντικού Πολεμιστή.
Πολεμιστή μου Πολεμώ όλο Ακόμα, Σε άπνοια πια σερί αντέχω αιώνες Δυνατή.
Μέρα μονάχα πολεμώ, Βράδυ ξαπλώνω, σαν το πουλάκι που’ χει πια βρει τη Στοργή.
Κι όλα τα Βράδι’ Αληθινά πού’ δες σε Μένα, Πλύν’ τ’ από Μέσα Σου και πια μην φοβηθείς.
Μόνο αν μ’ έφτανες στο ξύλο, στη διχόνοια, Θα σου γινόμουν φτο που μ’ είχες Φανταστεί.
Συμφωνημένο ήταν Φίλε απ’ τα Παλιά μας. Για την προσποίηση που ελέγχεις(;) πάλι τώρ’ εδώ αγέρωχ’ ως Μυήσει,
Πάρ’ από μένα τώρα μόνο Σεβασμό:
1. Για το Παιδί π’ Ανέκτησε την Πρώτ’ Ενσάρκωσή Του.
2. Και για την ποίηση π’ ιδρών’ όσα δονεί.
3. Και για τους γύρω που υποκείμεθα εώς ότου αναξυπνήσουν.
Χρόνους Πολλούς πριν Αμαρτάνουν ήμαστ’ ένα,
Κι Εκει Γυρνούμε κι ας το ζουν ως μέγα ψέμα.
Γι’ αυτούς δεν Γράφουμε Μπας Και Ερωτευτούν;