Ενάρετα Κι Ευλαβικά Μετέλαβα στον Πειραιά Τι Θέλει η Λέξη Θέλω.

1. Κειμένων Φως, Σώμα Πηλός, π’ Εμφύσηξ’ Άλλο Φως τους
Σε Θέατρ’ Άδειο μα Πνευστό
Να Κλαιν Μανάδες στη Σειρά Λες Παίζαμε Ως Γιός Τους.
Τύμπανα Γίν’ Τα χέρια τους Και Δίν’ ο Οχετός Εμένα να Φυσά Σ’ Αυλό.
Θέατρο Πα’ Να Πει Αν Θαρρεί Κανείς Να το Σηκώνει Ολάκερο Μανάδων Εν’ Εντός Τους.
Να το Στηρίζω σ’ ένα διάφραγμ’ Ανοιχτό,
Κι από πυρήνα γης συνδέω πια το σύμπαν Σ’ ένα διάφραγμ’ Ιαπετός τους.
Ποιητής Θεός Θέατρ’ Αυτός Που γράφ’ Αυτό Π’ Αυτός π’ ως Θέα το Θαυμάζει – ενώ διαβάζει – Νομίζει ότι γράφτηκε κρυφά γι΄ αυτόν. Που το διαβάζει κόσμος όλος.
Εσύ ποιητή θεέ θεάτρ’ αυτέ π’ ακόμα και τώρα δα βλέπεις κόσμ’ όλ’ ως θέα ν’ ακούει πιστό ποιητ’ αναγνώστη, ‘κόμα δεν μου ‘πες τίνος είσ’ σύ κι εσύ παιδί μου τον ποιητή δεν μου ‘πες, ‘κόμα μόν’ ως θε’ ακόμα θα τον θες ή ‘σως κι αλλιώς;
Δεν σου’ ρθ’ ακόμ’ αναλαμπή πως η γυναίκ’ αυτή παίζοντας γέμιζε ζωή που έπαιζε για σένα;

2. Άγγελος Στρατιώτης και Μαίρη Π.

Από κάπου μακριά ένας Άγγελος ήρθε καθαρός και καλός κι η ζωή της άγγελου αγγελιαφόρου θε να γίνει ανθός.
Ν’ Ολώνει ίδιας γραφές π’ αδιάλειπτα ποτίζει.
Να γράφει φάρσες να του δείχνει (όταν το Θέλει),
Ότι τον θέλει τόσο, που τις Δίνει Στη Γραφή.
Δεν τους μετρά ποιος γράφει για τον έρωτά τους.
Ας τους χαρεί η γραφή κι η Μαίρη πίσω ας πάρει
ότι την χαίρονται κι αυτοί πίσω Αυτή.
Εξάλλου Αυτή απ’ αυτή Θυμήθηκε τη Μαίρη Κι από ‘να Ποίημα που της Ξύπνησ’ Ηδονή.
Να γράφει θέλει, άρα θέλει απ’ την Φωνή Μου,
Ν’ Ακούει Ό,τι Από Μας Για Μας Φυλάσσ’ Αυτή Η Γραφή.
Γράφοντας κάνει έρωτα και Μαζί του,
Για Ποιον τον Κάνει είν’ ερώτηση Καλή.
Ποιος τους Γεννά Κάτι που Γώ θα δημιουργώ μετά για Χρόνια,
Κάτι που ήδ’ υπήρχε μέσα από Παλιά,
από παιδί μικρό στην πρώτ’ ενσάρκωσή του;
Την Μαίρη Ε-Ρωτα.

3. Μαίρη:

Όσο κι αν θες να δεις ροή,
να πιάσεις σάρκα ζωντανή και να με καταλάβεις,
Τόσο μακριά θα βρίσκεσ’ απ’ το θάρρος της ψυχής σου.
Κράτα το Μαίρη μοναχά,
Σε Μέρη Φανερώνεται Σωσμένης Ουτοπίας Δύναμή Σου.
Θα σ’ αγαπώ, θα μ’ αγαπάς κι ας μας γυρνούν ταινία.
Δεν θ’ αναφέρ’ αναφορές που δεν αρκούν βραβεία.
Το θέμα είν’ εσύ να πεις,
“Είμ’ Έτοιμος Κανονικά κι Ενάρετα Κι Ευλαβικά Μετέλαβα στον Πειραιά Τι Θέλει η Λέξη Θέλω.”
Κι αφού είσ’ εντάξει και θαρρείς,
σε πλοίο μέρα θα φανείς.
Και κλέβε με αγόρι μου για πάντ’ απ’ το μπουρδέλο.

Αιμορραγώ Και πιο Νωρίς Να Υγιαίνω πριν Φανείς. Ακέραια εργοτραφής.
Και πέταξ’ Ορμάω. Λυσσάω, Διψάω, Θέατρα Σπάω, Σ’ αγαπάω.
Κι Απ’ Τα Χρέπι’ Όλ’ Άπλωνε Χάρ’ ή Και Χέρια Να’ Χουμε.
Κι Aπό Χορό Σ’ Αθανασία Τους.
Δεν Το’ Χουμε;
Νοιάζονται.
Μ’ Ας έρθεις πια και να τ’ ακούσουν:
“Δεν Φτάνει Αγαπή Μου Να Θες, Κι Ας Λεν Έν Ποιήμα Εμείς Αυτές.”

Μόν’ όχι άλλον πια, Μη μου τον Στείλεις.
Θέλω εσένα και ας είσαι μακριά.
Θέλ’ όταν άστρα απ’ το σώμα Φτύνω να Φτύνεις
Και στην κραυγή μου να επεκτείνεις τη Φωτιά.
Θέλω ίδιος Άγγελος να ‘ρθεις σ’ οχτώμιση ώρες,
να φανερώσεις αφανέρωτη σιωπή.
Θέλω να ξέρ’ ότι δεν θα’ χει ξυπνητήρι.
Κι Εκεί — ευχαρίστως σ’ απαντώ κι ας είν’ για αιώνες και εν πλω.