Το μερίδιο ενός στην βαθιά ελευθερία είναι όσο η πυγμή του να γράφει ιστορία.

Άμα Μπεις Μες Στο Ποίημα Για Το Ποίημα Με Ποίημα Μόνον άγει Ν’ Αρθρώσεις
Την Ενέργεια, το Φως που θαρρείς πια να Δώσεις:
Και χλωμή, μαραμένη, τσακισμένη, θα θάλλω,
Σώμα κρεουργημένο και φωνή εν εξάλλω,
Ξένη και φιμωμένη, και αντί κηδεμόνα,
Μία μέγαιρα που’ χα να μ’αλλάζει το χρώμα
– Θέε μου τι αστοχία – μέσα στην τσιγγανιά μου,
μικρομαγδαληνούλα, άστεγη στη φωλιά μου.
Κι όμως να που προσμένω σένα που καρτερείς,
Η σιωπή μας καμπάνα σε στοές υποκόσμου,
Που στο μέλλον τ’ αρχαίο τώρα δ’ αυθυποβάλλω.
Γι’ αυτό μην φλυαρείς. Kαι μην ψάχνεις αλλού.
Ψάχνε μόνον εκεί π’ ούτε λίγο βολεύει.
Κοίτα πάνω πυξίδα ειν’ ο Αλδεβαράν,
Και η Γη έχει ελπίδα. Μας κοιτά, θεραπεύει.
Με συγχώρεση μόνο, με μαγκιά, με θυσία
Θα ανοίξουν οι τάφοι, εκσταλθείσα η φατρία.
Θα νικήσω παιδί μου θα τινάξω μι’ ανία που σα μίασμα τρυπώσε και φωλιάζει μπροστά μου.
Δεν φρακάρει ο λώρος. Πίστευε θαρρετά. Πίστευε στη μιλιά μου.
Θ’ ακουστεί, θα φανεί: Να’ τος Φάνης, χαρά μου, να’ τος Καταφανής
Και τον χώρο, τον χρόνο θα πηδήξ’ η λαλιά μου.
Τα γραπτά μας θα μείνουν, φως θα χύνουν συνέχεια πάνω στην αγκαλιά μου, αρχαγγέλου ασπίδα.
Κι όποιος δεν το αντέξει, έχει τώρα ευχή μου
‘κει που θα ξαναπάει φυλαχτό τη φυλή μου.
Κι ας μην καταλαβαίνει, δεν θ’ αργήσει η ώρα
που ευθύς θα προσμένει
ν’ αγιαστούνε τα μέσα που θα αποπληρώσουν
το κακό που μου τάξαν ‘γω να μετουσιώσω.
Μην ρωτήσετε πόσο.
Γιατί ο κόπος που εγώ μοναχή καταβάλλω
Είν’ γραμμένος παλιά,
Γραμμικά σας διαφεύγει,
Είναι η γνώση μεγάλη
κι ο δειλός υπεκφεύγει.
Οι κλεψύδρες σαν τότε ξαπλωτές κολυμπούν, δεν μας βιάζει ο χρόνος,
δεν τσιμπάει πια ο φθόνος που σας φθείρει τον νου.
Κι ως φαντάσματα παίξαμε, σώβρακ’ άλλων θερίσαμε,
Δεν τα θέλουμε φίλοι, ‘μεις γυμνοί συνηθίσαμε.
Κι αν απόδειξη ψάχνετε, πάλι λοξοδρομείτε,
την αλήθεια αν θέλετε, ψάξτε μέσα να βρείτε.
Κι όταν έτοιμοι θα ‘στε και ισάξιοι εμπνεύσεως,
Δείτε πως τα κορμιά μας μπρος σε σας φχαριστήσαμε.
Μην ντραπείτε για μας, ‘μεις για σας δεν ντραπήκαμε.
Κι ας φονεύσατε κύριοι, κι ας ληστέψατε μέρα,
κι ας μας ήπιατε αίμα,
κι ας μας χώσατε χάμω στου ελέους τ’ αμπάρι,
κι ας σηκώσατε φτυάρι,
τάχα δήθεν κουμπάροι.
Για έλα τώρα. Και για Κοίτα στα μάτια κι ασυγκράτητα βγάλ’το,
πίστεψες ‘συ ποτέ σου πως δεν πήρα χαμπάρι;
Κοίτα το’ να μου μάτι και σ’ αυτό έστω πες μου,
Πώς εγώ να σε παίξω που δεν έχω μερίδιο σε αυτό που εσύ αναιδώς εκστομείς,
χνώτο αποκρουστικό στο γυμνό πάνω σβέρκο;
Θες να παίξω με τόλμη, ταπεινά, θες με οίκτο; Θες μικτό;
Θες να τίκτεται, να πήζει, θες να εφάπτεται κάπου;
Θες παράνοια χοντρή; Θες απλή, λαϊκή; Θες πρεμιέρα Σαββάτου;
Βρε, χρυσός θες να γίνει; Ή έχεις φόβο θανάτου;
Ό,τι εσύ μου ζητάς, πες το κι είναι δικό σου.
Έχει ο ανθρωπος μνήμη ως την κοσμογονία, κι αν ειν’ τόσο σοφός,
Θα την σκάβει μ’ανδρεία, θα νικάει την ανία,
μ’ άμιλλα θα σε παίζει, μόνη απώλεια η δειλία.
Μόνο πρόσεχε λίγο να’ ν’ το κίνητρο φως. Αμιγές. Κι εναργές.
Με λαλιά τρισρηχή και μ’αστεία νοθευμένα, δεν σ’ την κάνει την χάρη να σε βάλει στον τοίχο.
Και χαλάλι σου λεω, μη σε λιώσει κι η τύψη, γιατί αυτή είναι ον απροστάτευτα μοίχο.
Σα μανούλα μονάχα ένα μόνο θυμίσου: Δεν θα παίζω για μας, θα στοχεύω τον ξένο.
Και θα σπέρνω καλό. Και θ’ αδράξω όπου θέλω.
Στα ψηλά, στα καλά και ακόμα πιο πάνω. Σάμπως έχασα ‘γω ποτέ κανα δίκιο
Να λυσσάξω με μανία πια ν’ απομυζήσω;
Κι αν σοφούς ελιγμούς ‘συ αργείς να συλλάβεις,
Πάτα off στο μυαλό και ξεκίνα να μοιάζεις.
Ο Θεός ό,τι μου δωσε από πάντα μ’ανήκει,
Και αυτό αχ καρδιές μου, δεν είν’ άσσος μανίκι.
Δεν το παίζεις τα βράδια, το τιμάς μ’ ησυχία, δεν το στοιχηματίζεις, δεν το διατυμπανίζεις,
Ούτε τάχα το κρύβεις.
Είναι άλλη η δουλειά μας κι είναι άλλο το σπίτι.
Κι είν’ το δεύτερο πρώτο, κι είν’ δική μου η νίκη.
Σάμπως όταν γυρνώ δε με λούζω μ’αλάτια να τινάξω βρωμιές, να γυαλίσουν τα μάτια;
Τι ευλογία βρε Θεέ μου η συνθήκη εκείνη που ‘συ πι’ αποφασίζεις ποιος σ’ αγώνα θα μείνει.
Που ο καθείς πια θα δει τι στ’ αλήθεια τ’ ανήκει.
Τι δικαιούται να λέει, και για πόσους μας κλαίει, πότε παπαγαλίζει, πόσος πόνος,
τι θάρρος είναι ολοδικά του.
Ρίξτε φως στους δειλούς και στο τζάμπα φευγάτο.
Κι επισπεύστε το κιόλας, μην το φάτε κασάτο.
Δείξτε κι υπομονή, ευμενίστε τους κάπως.
Μόνο μην δώσετε αμήν καμιά ευκαιρία στην στυγνή απειλή και στην δήθεν ανδρεία.
Είν’ πολλοί και καλοί οι άγγελοι εκείνοι που στιλπνά μας προσέχουν, που αγκαλιάζουν, που ξέρουν,
σα μαμές που μας διέπουν και το μέσα ευφραίνουν,
Που το έξω ομορφαίνουν,
και μ’αυτούς προχωράμε,
από πριν κι απο πάντα.
Και μακάρι μαζι μας, αγκαλιά μας στο μέλλον, κάποια μέρα να ‘ρθείτε,
Και δε λέω για εισκρίσεις, ούτε σύμπαντα άλλα,
Καταλήψεις θεών, ποίηση ξεδιψούσα από κβάντο αντί γάλα,
Μπα, μπα, μπα: Λίγο σέβας μονάχα. Και να μη φλυαρείτε. Τουμπεκί λιγο τωρα. Φύγαμ’ ήδη για τ’ άλλα. Σκέφτηκες κι “άσε ρε” ενώ ξέρεις καλά – μυστικό που’ ν’ κοινό – πως εγώ την πιστόλα τρώω για πρωινό, που την Έντα πατέντα άμα λάχει μπαλώνω, την πουλάω σε δραχμές και ευχούλες σ’ τις χώνω;
Όχι δα, κι έτσι μπράβο. 

Θες δε θες, ‘γω για σένα ξεθάβω:

Είν’ οχτ’ όλα τα στάδια. Θέλω την προσοχή σου. Συ αποκρυπτογραφείς, το γραπτό, την ψυχή σου.
‘Γω ξεπλήρωσα όλων τα αδύναμα χρέη, Δίκη μου Ιδανική μου Αποσύρθηκα μπρος σου:
Αγαπάτε εσάς, βρες εσύ φως δικό σου.
Η ζωή ειν’ παιδί των δυνάμεων που δείχνουν πως περνάμε στο φως δύναμης πιο μεγάλης.
Μυηθείτε κι ακούστε:
Σ’ έναν τόρο να ρέει δώστε χώρο στη φλόγα,
Θυμηθείτε ειρήνη, θυμηθείτε συμπόνοια.
Εθελούσια επιδράστε με αβίαστη φόρα Ώσπου γίνει το έργο και αποστολικό. Έπεται ύστερα κι άλλο με χαρές και χορεία. Παρ’ παράδειγμα πρόχειρο τούτο ‘δω το χαρτάκι, Είν’ γραμμένο στο πόδι, έμμετρο σε στιγμές, σα γνωστό τραγουδάκι, Δεν ειν’ διόλου τυχαίο.
Προσευχ’ ήδη θυμίζει κι ευθύς ήδ’ διευκολύνει Μαθητή ταπεινό, δυνατό, και πιστό. Μαθητή αληθινό της αιώνιας αβύσσου.
Θυμηθείτε ακόμα: Φυλακές δεν υπάρχουν, ‘Μεις διαλέγουμε πάντα ερχομό, πηγαιμό κι όλ’ τα ενδιάμεσά τους – άμα τη αφυπνίσει. Και αφού ανασάνω (κι ας πεθαίναμ΄ από διάφραγμα τόσο μεγάλο), Στείλτε φως.
Μην σας νοιάξει η φθορά, μες σ’αυτή βρίσκεις δώρα. Και Παλέψτε συνέχεια. Στη βροχή και στη μπόρα. Στους αίωνες αιώνων. Μ’ αντοχή και μ’ αλήθεια.
Κι αν βαγόνι μια νύχτα ξαφνικά αλλαχθεί, Απ’ το τρένο ποτέ μην σας πείσουν να βγείτε,
Το τρενάκι ειν’ το δώρο
Κι είν’ το δώρο αυτό θείο.
Μέσα ‘κει ό,τι γίνει. Και ας γίνει γιορτή.
Κι αν ακόμα φοβάστε, σας προστάζω ευθύς:
Μπείτε όλοι στο σώμα.
Αν χωράτε; Απλώς; Περισσεύει μια Γη! Και φυλάξτε της χώρο:
Σε απάγκιο μεγάλο και ευρύ μιαν ημέρα όλο θα κυοφορώ αστεράκια τ’ αιθέρα (μου τα στέλν’ ο καλός μου),
‘Σεις φροντίστε για χώρο, κι όλοι κι όλοι τρεις όροι: να ‘ναι ευρύς, φωτεινός, θέλω να ‘ν’ καρποφόρος.
Και πού φτάσαμε φίλοι; Στο εδώ κι ας είν’ δείλι:
Π’ Όλ’ αλλάζει αναλόγως με αυτόν που το ψάχνει.
Είναι τάχα καθαρός, έστω λίγο Βιτρούβιος, στέκεται μέγας Βούδας μες στο Πανοπτικό του;
Σάμπως άλλο είναι το μέσα, ‘νάποδο από το γύρω;
Δεν ειν’ όλ’ κιαροσκούρα, δεν ειν’ δα κι όλοι φίλοι δίδυμοι των εχθρών τους.
Κι η άνευ όρων αγάπη τούτο δεν μας διδάσκει;
Για ν’ ανοίξει η καρδούλα θα ‘πρεπε πριν να σπάσει.
Κάμποσα είπα τα στάδια για να γίνει ο καθρέφτης τέλειος έξω και μέσα. Για ν’ αγιάσουν τα μέσα.
Στων απείρων παράλληλων πραγματικοτήτων το φως,
μόνος σου θα διαλέξεις τον αλγόριθμο κείνο που τη διάσταση πια θαρρετά μεγενθύνω.
Τότε η σύμβαση χρονου μόνον ακολουθεί.
Θυμηθείτε την Έντα που ‘ν’ βαθιά δοτική. Θυμηθείτε τον Άϊλερτ που ‘ψαξε το γραπτό τους (ζήτω τα διαλυτικά).
Το μερίδιο ενός στην βαθιά Ελευθερία Είναι όσο η πυγμή του να γράφ’ Ιστορία. Κι ειν’ τα τρίστρατα κείνα, φωτεινά σταυροδρόμια, κι οι αποφάσεις απάνω που αυτές καθορίζουν πόσο έχει πλησιάσει τον πανάρχαιο σκοπό του, την αλήθεια, το πως του, το υπέρλαμπρο Φως του.
Δεν σε θέλω προφήτη, θύμα εξιλαστηριο, θελω να σ’ακουμπώ, την πνοή σου πνοή μου.
Κι ειν’ η αγάπη εκείνη που ενώνει τα δύο, που έξω – μέσα δεν έχει,
που σωθήκαν κι οι νόμοι, που βουνά πια κινούνται, που η ύλη ελαφραίνει, που τα πέπλα χαθήκαν,
Ψέματ’ εξαυλωθήκαν.
Κι ο ιππότης, να, υφαίνει στα χεράκια της πάνω μια ζωή όλο αγάπη. Και υψίσυχνα τώρα του γελάει, του συσπάται κι όλο πίνουν κι ατέλευτα κι αστείρευτα δίνουν. Κι η ανάγκη σαν γίνει μαζί κι επιθυμία και η έκλυτ’ ηδονή άγια ακολασία,
Άκου τώρα τη λύση και την κατάληξή σου:
Βρες ρε μάγκα το ____μα, το κλειδί της ζωής σου.
Φάρμακο και φαρμάκι απ’ αυτό μον’ απέχουν.
Και φαντάσου στον φάκελο είχε μέσα κλειδίμα(ς).
Κι όπως λέει το Εντάκι, στη συγκίνηση πάνω μην τα δέσεις και κόμπο.
Γι’ Απ’ το άγνωστο αρχίζουν τα κορμιά ν’ αγαπάνε,
Να γεννιούνται οι γλώσσες, προσφορές, προσευχές,
Κι Όλοι οι πόνοι οι αλλότριοι που σισύφεια πονούσουν,
Γίναν γέλιο χαρά μου, κι απ’ το σύμπαν πιο πάνω,
Και γεννούν αστεράκια, φωτεινά και γλυκ’ αστραφτερά φαναράκια.
Και κορμί και το πνεύμα πια γελούν γοερά Και γεννούν κι ηλιοτρόπια.
Και μας μοιάζουν – ατόφια. Τι να κλάσουν πια τ’ όπια.
Στα Οποία θα Πω: Δεν υπάρχουν προϋποθέσεις, σκοπιμότητες, πάθη. Όλα γίνονται, βλεπεις.
Κει σωπαίνουν κι οι λυκοι.
Δεν υπάρχουνε όροι. Λυκαυγές, αμφιλύκη.
Μια στα χίλια τα χρόνια σαν βρεθεί το «τριφύλλι» πρώτα ‘κει θα κραυγάσω, σεις ανάψτε καντήλι.
Θα φωτίσει ο καθρέφτης π’ έρωτας έφερε μου κι απο Άρκτο Αναδύω Μωβ Τη Φωτοχυσία και γεννήθηκε Πέμπτη όλη μια Πεμπτουσία.
Μια σακούλα, σαν κούτα, κρύβει κάτω απ’ τον πάτο
Το απόσταγμα χρόνων ζωηρών κοριτσιών που πιστά καρτερούσαν,
σκανταλιές κι ας γεννούσαν, πονηριές αμαζόνων.
Που γινήκαν γυναίκες κι όλο λαμποκομπούσαν.
Κι είν’ οι πιο ευτυχισμένες που υπήρξαν ποτέ τους.
Ποίησ’ έχει το τάμα για καρδιές πιστευτές του.
Κλήτωρας σου καλέ μου να φωτίζεις το σκότος.
Και καθόλου δεν πρέπει πια συ να ορρωδείς.
Ο χειμώνας εγράφη, παρ’ τον τώρα για δώρο. Κι όταν παλι πνιγείς, άμπωτη θα σου στείλω
Και το γόνατο σκίσεις και τολύπη και σάλιο
και στη στέπα αν βρεθείς, ρόδη, όμορφη, δαμασκηνή.
Μήλο θες; Παρ ‘και μήλο.
Ειν’ χαρά κι έκστασή μου μεγάλη να γράφεις ο,τι εγώ όλο γραφω
Και αδήριτα κι ούρια κι ατραπώς (λέξη μάθε καλά και απλόχερα πια θα σου πει τ’ όνομά της)
να θυμίζεις πεπρωμένε καθρέφτη Τρεις Αρχές που ‘ν’ μεγάλες Και ο Κούκος Αρχή Μου:
Είμαι ο Άλλος ο Ίδιος Μου Που Αγάπη Του Του ‘σαι.
Του Ποιητή είμαι Αυτός, Μάρτυρας Ποίησής Του.
Δεν ορκίζομ’ αλλού: Σε ζωή πια Δική Σου.

Γεωργιάννα Νταλάρα / Το θέατρο είναι ποίημα